You are here

Green News

Could climate change put NYC under water? Denier Koonin forgot it’s happened already!

Red, Green, and Blue - Thu, 01/05/2023 - 23:00

We all know that person who did something mildly interesting once and then never shuts up about it for the rest of their life: the semester-abroad student who came home with a cheesy forced accent they refuse to drop, the former athlete who still wears their letter jacket well into middle age, or the once-viral […]

The post Could climate change put NYC under water? Denier Koonin forgot it’s happened already! appeared first on Red, Green, and Blue.

Categories: H. Green News

Birds bounce back on restored farmland

Ecologist - Thu, 01/05/2023 - 23:00
Birds bounce back on restored farmland Channel News Yasmin 6th January 2023 Teaser Media
Categories: H. Green News

Weather Whiplash

Environment News Service - Thu, 01/05/2023 - 17:43

December 2022 and January 2023 brought winter weather whiplash to the central and eastern United States.

Categories: H. Green News

Changing ocean circulation Intensifies Extreme Events in the Indian Ocean

Environment News Service - Thu, 01/05/2023 - 17:42

Previously, it was assumed that the tropical rain belt moves south globally when the oceanic circulation in the North Atlantic region weakens.

Categories: H. Green News

New Insights on Soil Carbon Budgets

Environment News Service - Thu, 01/05/2023 - 17:41

A study led by researchers at the Agroecosystem Sustainability Center (ASC) at the University of Illinois Urbana-Champaign provides new insights for quantifying cropland carbon budgets and soil carbon credits, two important metrics for mitigating climate change.

Categories: H. Green News

Spring Sunny Heat Waves Caused Record Snow Melt in 2021, Adding to Severe Water Supply Impacts Across the Western U.S.

Environment News Service - Thu, 01/05/2023 - 17:39

Snow-capped mountains aren’t just scenic – they also provide natural water storage by creating reservoirs of frozen water that slowly melt into watersheds throughout the spring and summer months.

Categories: H. Green News

URI Researcher-Led Study Opens Oceans of Possibilities

Environment News Service - Thu, 01/05/2023 - 17:37

Since 1934, the Redfield ratio – the recurring ratio of 106:16:1 of carbon to nitrogen to phosphorus (C:N:P) in phytoplankton and the pathways by which these elements are circulated throughout all parts of the Earth – has been a cornerstone of oceanography.

Categories: H. Green News

Η πολιτική της μετα-ανάπτυξης

Green European Journal - Thu, 01/05/2023 - 13:51

Η διάσκεψη για τη μετα-ανάπτυξη το 2018 στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο αποτέλεσε ορόσημο στην ιστορία της συζήτησης για τη μετα-ανάπτυξη, η οποία περιοριζόταν κυρίως εντός των ακαδημαϊκών κύκλων. Στο πρώτο μέρος μιας συνέντευξης σε δύο μέρη, ο Ρικάρντο Μαστίνι (Riccardo Mastini) συζητά τις δυνατότητες και τις προκλήσεις όταν οραματιζόμαστε έναν κόσμο πέρα από την ανάπτυξη με δύο βασικούς στοχαστές για τη μετα-ανάπτυξη στη διάσκεψη.

Ρικάρντο Μαστίνι (Riccardo Mastini): Είμαστε εδώ στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και συζητάμε για τη μετα-ανάπτυξη με ακαδημαϊκούς όπως εσείς, αλλά παραδόξως και με αξιωματούχους της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και ευρωβουλευτές. Ως μακροχρόνιοι στοχαστές ενός κόσμου πέρα​από την ανάπτυξη, σε ποιο στάδιο βρίσκεται σήμερα ο αγώνας να οραματιστούμε έναν κόσμο χωρίς ανάπτυξη; 

Τιμ Τζάκσον (Tim Jackson): Εξακολουθεί να είναι μια δύσκολη συζήτηση, αλλά όχι τόσο δύσκολη όσο ήταν. Είναι ενδιαφέρον να το σκεφτούμε με ιστορικούς όρους, ξεκινώντας με την ομιλία του Ρόμπερτ Κέννεντυ (Robert Kennedy) στο Πανεπιστήμιο του Κάνσας το 1968. Σε εκείνη την ομιλία, ο Ρόμπερτ Κέννεντυ δεν αμφισβήτησε απλώς το ΑΕΠ (Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν) ως δείκτη, αλλά μίλησε επίσης για το τι δίνει νόημα στη ζωή και τι εννοούμε με τον όρο κοινωνική πρόοδο. Αυτή η ομιλία είναι σημαντική ως προς το φιλοσοφικό και κοινωνικό της περιεχόμενο και το όραμά της για ένα διαφορετικό είδος κοινωνίας. Στα 50 χρόνια που μεσολάβησαν από εκείνη την ομιλία έως σήμερα πολλά έχουν αλλάξει, μεταξύ άλλων και στη σφαίρα των μετρήσεων. Η Επιτροπή Στίγκλιτς (Stiglitz) δημοσίευσε την έκθεσή της για τη μέτρηση της κοινωνικής προόδου το 2009, σχεδόν ταυτόχρονα με τη χρηματοπιστωτική κρίση. Περίπου την ίδια περίοδο, είχε αρχίσει να αναδύεται το κίνημα της αποανάπτυξης. Τα τελευταία 10 χρόνια, η συζήτηση ήταν πλουσιότερη, βαθύτερη, ενέπλεκε ολοένα και περισσότερο την κοινωνία των πολιτών και είχε απήχηση στο κοινό. 

Ωστόσο, η συζήτηση εξακολουθεί να μην φτάνει στα πολιτικά αυτιά με έναν βολικό τρόπο και αυτό είναι που αρχίζει σιγά σιγά να αλλάζει. Όταν έγραψα το «Ευημερία χωρίς ανάπτυξη» (Prosperity Without Growth) πριν από 10 χρόνια, υπέβαλα έκθεση στον Βρετανό πρωθυπουργό. Αλλά στο σύνολό της η κυβέρνηση ήθελε να την ξεχάσει. Η έκθεση θεωρήθηκε πολύ άβολη και ότι ήρθε τη λάθος στιγμή. Αμφισβητούσε το έργο που είχε αναλάβει, το οποίο η κυβέρνηση θεώρησε ότι επαναφέρει την ανάπτυξη μετά τη χρηματοπιστωτική κρίση. Σήμερα, ωστόσο, επιτρέπονται σε ολοένα και μεγαλύτερο βαθμό τέτοιες συζητήσεις στο κοινοβούλιο. Η αξία αυτού που κάναμε στη σημερινή διάσκεψη που διοργανώθηκε από τον Φιλίπ Λάμπερτς (Philippe Lamberts) είναι να δημιουργήσουμε έναν χώρο σε κοινοβουλευτικό πλαίσιο, ώστε να διεξαχθεί αυτή η συζήτηση για την οικονομία με βάση την ανάπτυξη και για ένα όραμα μετά την ανάπτυξη. 

Ρικάρντο Μαστίνι (Riccardo Mastini): Πόση πρόοδος έχει σημειώσει η αποανάπτυξη ως ρεύμα σκέψης στην πρόκληση μιας ευρύτερης κοινωνικής συζήτησης; 

Γιώργος Καλλής: Κάθε φορά που βγαίνω από τον «θάλαμο αντήχησης» του Twitter και από τους ακαδημαϊκούς μου κύκλους, μου υπενθυμίζεται ότι έχουμε ακόμη πολύ δρόμο να διανύσουμε και μόλις έχουμε αρχίσει να ανοίγουμε κάποιο χώρο για συζητήσεις σχετικά με την ανάπτυξη και την αποανάπτυξη. Αλλά παίρνω δύναμη από το γεγονός ότι παράγουμε περισσότερη και καλύτερη γνώση και εμπλέκουμε περισσότερους ανθρώπους στην έρευνά μας. Δεν δείχνουμε απλώς ότι υπερβαίνουμε τα οικολογικά όρια, αλλά διερευνούμε και εναλλακτικές λύσεις. Τα νεότερα μυαλά που παίρνουν μέρος στις συζητήσεις για την αποανάπτυξη είναι ενθουσιασμένα και φέρνουν φρέσκες ιδέες. Στις διασκέψεις για την αποανάπτυξη, βλέπω ενέργεια και νέους ανθρώπους –ερευνητές και ακτιβιστές– να μπαίνουν στην πρώτη γραμμή για να σταματήσουν την εξόρυξη ορυκτών καυσίμων, ενώ σκέφτονται σοβαρά πώς μπορούμε να ζήσουμε διαφορετικά και την πολιτική που θα μας οδηγήσει εκεί. Στον πολιτικό τομέα, κάποιες μικρές αλλαγές μου δίνουν ελπίδες. Για παράδειγμα, ακούω ότι η κύρια αντιπολίτευση στο Ηνωμένο Βασίλειο, το Εργατικό Κόμμα, είναι ανοιχτό στον σχεδιασμό ενός αφηγήματος που δεν βασίζεται στην ανάπτυξη και ότι νέοι στο Δημοκρατικό Κόμμα που υποστηρίζουν τον Μπέρνι Σάντερς (Bernie Sanders) στις Η.Π.Α. συζητούν οικοσοσιαλιστικές ιδέες. Μπορώ λοιπόν να δω κάποια πιθανά ανοίγματα. 

Θα ήταν αυτό ένα άνοιγμα έως τον βαθμό ένας πολιτικός υποψήφιος ή ένα κοινωνικό κίνημα να καθιστά την αποανάπτυξη πρωταρχικό του θέμα; Όχι, ποτέ δεν πίστευα ότι η αποανάπτυξη θα ήταν ένα κίνημα όπως το εργατικό κίνημα, με πολιτικά κόμματα να υποστηρίζουν την αποανάπτυξη και να εκλέγονται σε πλατφόρμες αποανάπτυξης. Ένα επιτυχημένο πολιτικό κίνημα θα αφορά πολλές διαφορετικές πτυχές της κοινωνικής δικαιοσύνης και του οικονομικού μετασχηματισμού, όχι μόνο την αποανάπτυξη. Η φιλοδοξία μου είναι οι ιδέες αποανάπτυξης να υιοθετηθούν από ευρύτερα κοινωνικά και πολιτικά κινήματα και να αποτελέσουν κοινή λογική για πολλούς ανθρώπους, πιθανώς ακόμη και για άτομα που βρίσκονται στην εξουσία. 

Από μια άποψη βρισκόμαστε σε χειρότερη θέση από ό,τι ήμασταν στη δεκαετία του 1970, και από μια άλλη άποψη είμαστε καλύτερα. Στις αρχές της δεκαετίας του 1970, Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ήταν ο Σίκο Μάνσχολτ (Sicco Mansholt), ο οποίος είχε διαβάσει τα Όρια της Ανάπτυξης (The Limits to Growth) και μάλιστα ζητούσε μηδενική ανάπτυξη στην Ευρώπη. Ο Τζίμι Κάρτερ (Jimmy Carter) στις Η.Π.Α. ήταν επίσης ανοιχτός στην ιδέα των ορίων της ανάπτυξης και στην ανάγκη για λιτή ζωή. Ωστόσο, μετά τη δεύτερη πετρελαϊκή κρίση και την επακόλουθη ύφεση, ο Ρόναλντ Ρήγκαν (Ronald Reagan) αποδεκάτισε τον Κάρτερ και απέρριψε κάθε ιδέα για όρια, οπότε εξαφανίστηκαν τελείως από το πολιτικό ραντάρ τη δεκαετία του 1980. Ακόμη και οι Πράσινοι πέρασαν στη «βιώσιμη ανάπτυξη» και τον «οικολογικό εκσυγχρονισμό», κάτι που φυσικά δεν οδήγησε πουθενά. Αν και η αποανάπτυξη δεν έχει σημειώσει μεγάλη πρόοδο στην πολιτική σφαίρα σήμερα, η βάση της είναι μεγαλύτερη και δεν θα εξαφανιστεί τόσοι απλά. Η συζήτηση διατηρήθηκε ζωντανή μέχρι και στη χρηματοπιστωτική κρίση και θα συνεχίσει να εξελίσσεται και να ωριμάζει. 

Ρικάρντο Μαστίνι (Riccardo Mastini): Η άνοδος του δεξιού νεοφιλελευθερισμού δεν απειλεί αυτή την πρόοδο και τις δυνατότητες του κινήματος αποανάπτυξης; 

Γιώργος Καλλής: Είναι εύκολο να είσαι απαισιόδοξος στις μέρες μας. Εδώ στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, συζητάμε λογικά με ανθρώπους που ανησυχούν για την κλιματική αλλαγή, αν και μπορεί να εξακολουθούν να πιστεύουν ότι είναι δυνατή μια πράσινη ανάπτυξη. Τι γίνεται όμως με τους ανθρώπους που αρνούνται ανοιχτά την κλιματική αλλαγή και θέλουν να επιδιώξουν την ανάπτυξη με οποιοδήποτε τίμημα προς όφελος των πλουσίων; Ο Τραμπ (Trump) και πολυάριθμες ακροδεξιές κυβερνήσεις σε όλο τον κόσμο αντιπροσωπεύουν μια οπισθοδρόμηση προς την άρνηση της κλιματικής αλλαγής και την ώθηση για ανάπτυξη. Θα περιλάμβανα την Πολωνία, την Ουγγαρία, τις Φιλιππίνες, την Ινδία, την Τουρκία, την Αυστραλία και τώρα και τη Βραζιλία. Οι περιβαλλοντικοί ακτιβιστές δολοφονούνται χωρίς συνέπειες και οι νόμοι για την τρομοκρατία χρησιμοποιούνται κατά των περιβαλλοντικών διαδηλώσεων. Έχουμε κάνει μικρά ανοίγματα συζητώντας για την αποανάπτυξη ή τον οικοσοσιαλισμό, αλλά υπάρχει επίσης μια σκλήρυνση και μια επιτάχυνση του αντίθετου πόλου και αυτό είναι τρομακτικό. 

Ρικάρντο Μαστίνι (Riccardo Mastini): Τιμ, η έκθεσή σου για την ανάπτυξη βγήκε κατά τη διάρκεια της χρηματοπιστωτικής κρίσης, όταν όλοι ζητούσαν απεγνωσμένα ανάκαμψη και ανανέωση της ανάπτυξης. Σήμερα, αν δούμε την αμερικανική οικονομία υπό τον Ντόναλντ Τραμπ, η ανάπτυξη επέστρεψε, σε βάρος του περιβάλλοντος, των δημόσιων οικονομικών και των εργασιακών δικαιωμάτων, αλλά η αμφισβήτησή της ανάπτυξης είναι ακόμα δύσκολη. Πότε είναι πιο εύκολο να μιλάς για ανάπτυξη: όταν την έχεις ή όταν δεν την έχεις; 

Τιμ Τζάκσον (Tim Jackson): Ακριβώς πριν από τη χρηματοπιστωτική κρίση, όταν αποφασίσαμε να πραγματοποιήσουμε τη μελέτη που αργότερα αποτέλεσε το βιβλίο «Ευημερία χωρίς ανάπτυξη», είχα μια συνομιλία με έναν από τους συμβούλους του Γκόρντον Μπράουν (Gordon Brown) στο Υπουργείο Οικονομικών που μου είπε, «Στην πραγματικότητα, νομίζω ότι νικήσαμε τη ανάπτυξη. Ξέρουμε πώς να τη διατηρήσουμε. Ο πληθωρισμός είναι σταθερός. Τα δημόσια οικονομικά είναι σταθερά. Το χρέος είναι κάτω από 40 τοις εκατό. Είναι μια καλή στιγμή να μιλήσουμε για την υπέρβαση της οικονομίας με βάση την ανάπτυξη». Φυσικά, στην πραγματικότητα δεν είχαμε νικήσει την ανάπτυξη. Δεν γνωρίζαμε τις αδυναμίες που αναδύονταν κάτω από την αύξηση του ΑΕΠ όσον αφορά το χρέος, τον διαχωρισμό μεταξύ πλουσίων και φτωχών, και μεταξύ αυτών που κατέχουν περιουσιακά στοιχεία κι εκείνων που κατείχαν αυτό το χρέος. Αλλά αυτές οι αδυναμίες ήταν που γκρέμισαν ολόκληρη την εξίσωση. 

The “development fetish” gave us the crisis and now the motivation to talk about what might happen beyond the development-based system.

Η οικονομία καταστράφηκε από μόνη της και τότε νόμιζα ότι ήταν τυχαίο, ότι αυτοκαταστράφηκε επειδή δεν δίναμε προσοχή στα σωστά πράγματα. Αλλά εκ των υστέρων πιστεύω ότι ήταν πολύ πιο θεμελιώδες και ότι στην πραγματικότητα καταστρέψαμε την ανάπτυξη εκ των έσω. Διότι ήταν η χρηματοοικονομική αρχιτεκτονική του συστήματος με βάση την ανάπτυξη που παρακίνησε την επέκταση των πιστώσεων, τη χαλαρότητα της νομισματικής πολιτικής, και την επέκταση των ισολογισμών σε σημείο αστάθειας. Το «φετίχ της ανάπτυξης» μας έδωσε την κρίση και τώρα το κίνητρο για να μιλήσουμε για το τι μπορεί να συμβεί πέρα από το σύστημα με βάση την ανάπτυξη. 

Γι’ αυτό και τώρα είναι μια πραγματικά καλή στιγμή να μιλήσουμε για μετα-ανάπτυξη. Δεν είναι μόνο τα περιβαλλοντικά όρια, είναι το ίδιο το σύστημα με βάση την ανάπτυξη που φτάνει στα όριά του. Αυτή είναι η πηγή της δυσλειτουργίας που βλέπουμε γύρω μας. Οι οικονομολόγοι της κυρίαρχης τάσης αρχίζουν να συνειδητοποιούν ότι η ανάπτυξη που πιστεύαμε ότι θα μπορούσαμε να έχουμε επιτυγχανόταν πάντα μόνο με μη βιώσιμους τρόπους – όχι μόνο από την άποψη της κλιματικής αλλαγής και των εκπομπών άνθρακα, αλλά και των χρηματοοικονομικών όρων της. 

Ρικάρντο Μαστίνι (Riccardo Mastini): Την ίδια στιγμή που οι αντιφάσεις της ανάπτυξης συσσωρεύονται, η μετα-ανάπτυξη δεν έχει υιοθετηθεί απλώς και μόνο επειδή δεν συμφέρει σε κανέναν κοινωνικό φορέα; 

Τιμ Τζάκσον (Tim Jackson): Είναι πολύ λογικό να πούμε ότι σε κανέναν κοινωνικό φορέα δεν συμφέρει η μετα-ανάπτυξη, αλλά μόνο αν το σκεφτούμε με πολύ απλοϊκό τρόπο. Αν νομίζετε ότι λέμε στους πλούσιους ανθρώπους, «Συγγνώμη παιδιά, δεν πρόκειται να γίνετε τόσο πλούσιοι όσο ήσασταν» και στους φτωχούς ανθρώπους, «Συγγνώμη, δεν θα υπάρχει πλέον το φαινόμενο της διάχυσης του πλούτου προς τα κάτω», τότε είναι σαφές ότι ούτε οι φτωχοί ούτε οι πλούσιοι θα ψήφιζαν για μια οικονομία της μετα-ανάπτυξης. Αλλά υπάρχει ένας άλλος τρόπος σκέψης, ότι δηλαδή η ανισότητα μεταξύ πλουσίων και φτωχών, η αστάθεια που προκαλεί η ανισότητα, και η περαιτέρω αστάθεια ενός χρηματοοικονομικού συστήματος που δημιουργήθηκε για να πιέσει την ανάπτυξη ενάντια σε θεμελιώδεις δυνάμεις όπως η μείωση της παραγωγικότητας της εργασίας, απλώς καταλήγουν να καθιστούν το όλο σύστημα και την πολιτική του πιο ασταθή. Τότε συνειδητοποιείς ότι κάθε κοινωνικός φορέας ωφελείται από τη μετα-ανάπτυξη. Αυτοί οι παράγοντες ανατρέπουν την ιδέα ότι «οι γαλοπούλες δεν πρόκειται να ψηφίσουν υπέρ των Χριστουγέννων». 

Ρικάρντο Μαστίνι (Riccardo Mastini): Αλλά αν κοιτάξετε διαφορετικά πολιτικά κόμματα στην Ευρώπη, συνολικά, η μετα-ανάπτυξη δεν έχει επιλεχθεί πραγματικά. 

Γιώργος Καλλής: Αυτό είναι αλήθεια, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι θα ήταν αδύνατο. Ορισμένα κόμματα των Πρασίνων και της ριζοσπαστικής Αριστεράς είναι υπέρμαχοι των πολιτικών της μετα-ανάπτυξης. Το Barcelona en Comú, το τοπικό κόμμα που διευθύνει το δημοτικό συμβούλιο της Βαρκελώνης, είναι ένα καλό παράδειγμα. Η λέξη «ανάπτυξη» δεν εμφανίστηκε ούτε μία φορά στο εκλογικό τους πρόγραμμα και ωστόσο κέρδισαν. Φυσικά, είναι πιο εύκολο για ένα τοπικό κόμμα που έχει πολύ λιγότερη ευθύνη για την οικονομία από τα κόμματα σε εθνικό επίπεδο. Αλλά δεν νομίζω ότι για ένα πιθανό πολιτικό κίνημα ή συνασπισμό της πράσινης Αριστεράς θα ήταν αδύνατο να αποφύγει να μιλήσει για ανάπτυξη ή να αντιτάξει ένα πρόγραμμα «Ευημερίας χωρίς ανάπτυξη». Πολλοί αριστεροί και πράσινοι ψηφοφόροι ήδη δεν θέλουν να ακούνε για ανάπτυξη. Το αν ένας τέτοιος συνασπισμός θα μπορούσε να κερδίσει τις εκλογές ή αν κέρδιζε, αν θα μπορούσε να επιβιώσει από μια πτώση του ΑΕΠ, είναι ένα πιο δύσκολο ερώτημα. 

Τιμ Τζάκσον (Tim Jackson): Οι Alternativet στη Δανία, οι οποίοι έχουν μια αρκετά μεγάλη παρουσία στο Κοινοβούλιο, είναι πολύ σαφείς σχετικά με την αντιπάθειά τους για την ανάπτυξη. Οι Πράσινοι, σίγουρα στο Ηνωμένο Βασίλειο, έχουν υιοθετήσει τη μετα-ανάπτυξη τώρα. Αλλά είναι δύσκολο. Το μόνο πράγμα που θα το έκανε να μην είναι τόσο δύσκολο θα ήταν αν απλώς δεν υπήρχε πλέον καμία ανάπτυξη, που είναι και το νέο επιχείρημα. 

Ρικάρντο Μαστίνι (Riccardo Mastini): Κρατώντας αποστάσεις από την εθνική πολιτική, τι θα σήμαινε ένας κόσμος μετα-ανάπτυξης για το διεθνές σύστημα, όπου τα κράτη εμπορεύονται και ανταγωνίζονται το ένα το άλλο; 

Γιώργος Καλλής: Αυτό είναι το ερώτημα που έχουμε σκεφτεί λιγότερο στο κίνημα αποανάπτυξης γιατί είναι και το πιο δύσκολο. Πολλές από τις σκέψεις μας τείνουν να εξετάζουν το πώς ένα έθνος θα μπορούσε να γίνει σταθερό χωρίς ανάπτυξη. Αλλά είναι αλήθεια ότι ζούμε σε μια παγκοσμιοποιημένη οικονομία που χαρακτηρίζεται από ανταγωνισμό. Το εμπόριο δεν είναι το πρώτο πράγμα που με απασχολεί· σκέφτομαι περισσότερο τον διεθνή ανταγωνισμό και τη γεωπολιτική. Η γεωπολιτική έχει τη δική της λογική. Η δυναμική ισχύος της στρατιωτικής σφαίρας και της οικονομικής κυριαρχίας εξελίσσεται με μια λογική ανταγωνισμού διαφορετική από αυτή του καπιταλιστικού ανταγωνισμού. Ο Βλαντιμίρ Πούτιν (Vladimir Putin) θέλει μια σφαίρα επιρροής για τη Ρωσία, ώστε να εξάγει πετρέλαιο και να ενισχύσει την οικονομία της. Η Κίνα θέλει να κατασκευάσει τον νέο δρόμο του μεταξιού (πρωτοβουλία «Μία Ζώνη-Ένας Δρόμος»). Οι Ηνωμένες Πολιτείες θέλουν να ελέγχουν τις προμήθειες πετρελαίου. Ένα μεγάλο μέρος της δυναμικής της ανάπτυξης πηγάζει από αυτόν τον ανταγωνισμό, που είναι και ανταγωνισμός για τη στρατιωτική κυριαρχία. Το να πιστεύουμε ότι με κάποιο τρόπο αυτές οι δυναμικές ισχύος θα εξαφανιστούν από μόνες τους ίσως είναι υπερβολικά ρομαντικό. 

Πολλοί αριστεροί και πράσινοι ψηφοφόροι ήδη δεν θέλουν να ακούνε για ανάπτυξη.

Αναλογιζόμενος την περίπτωση της Ελλάδας, το άλλο πρόβλημα είναι ότι σε έναν παγκοσμιοποιημένο κόσμο είναι δύσκολο να ακολουθήσεις τον δικό σου δρόμο. Φανταστείτε ένα σενάριο όπου η κυβέρνηση μιας μικρής χώρας αναλαμβάνει την εξουσία και λέει «Ξέρετε, δεν μας ενδιαφέρει η ανάπτυξη και θα προσπαθήσουμε να κάνουμε χωρίς αυτήν». Την επόμενη μέρα το ξένο κεφάλαιο θα έφευγε από τη χώρα, προκαλώντας ένα αποσταθεροποιητικό «αποτέλεσμα χιονοστιβάδας» με πάγωμα των επενδύσεων, αυξήσεις των επιτοκίων του χρέους και φυγή κεφαλαίων. Η διαχείριση της οικονομίας για την επίτευξη ενός ΑΕΠ μικρότερου κατά ένα τοις εκατό μπορεί να μην είναι τόσο δύσκολη θεωρητικά, αλλά οι επιπτώσεις αυτών των δευτερογενών επιπτώσεων είναι εύκολο να υποτιμηθούν. Η Ελλάδα είχε μικρή ελευθερία δεδομένου του δημόσιου χρέους της και της ανάγκης για δανεισμό. Θα μπορούσε φυσικά να είχε αρνηθεί να πληρώσει, αλλά αυτό θα είχε και άλλες δύσκολες επιπτώσεις. 

Ειδικά στην Ευρωπαϊκή Ένωση, καμία χώρα δεν μπορεί πλέον να δράσει μόνη της, ακόμα κι αν το ήθελε. Εάν πρόκειται να ξεκινήσει η μετάβαση στην αποανάπτυξη ή στη μετά-ανάπτυξη, θα πρέπει να ξεκινήσει σε μία από τις «χώρες του πυρήνα»: Η.Π.Α., Γερμανία, Αγγλία. Οι πολιτικές της μετα-ανάπτυξης πρέπει να ριζώσουν σε χώρες που έχουν την πολιτική δύναμη σε παγκόσμιο επίπεδο να κάνουν τα πράγματα διαφορετικά, ενώ παράλληλα αυτοπροστατεύονται οικονομικά. 

Ρικάρντο Μαστίνι (Riccardo Mastini): Ποιος είναι ο ρόλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης από αυτή την άποψη; 

Γιώργος Καλλής: Η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι ένα μεγάλο ερωτηματικό. Η Ευρωπαϊκή Ένωση μοιάζει περισσότερο με έκφραση ισχύος. Αυτή τη στιγμή οι πολιτικές και οι συνταγματικοί περιορισμοί της αποβλέπουν στον ανταγωνισμό, την ανάπτυξη και τη λεγόμενη καινοτομία. Αλλά στο τέλος της ημέρας, η Ευρωπαϊκή Ένωση ακολουθεί αυτό που θέλουν τα ισχυρά κράτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Εάν η Γερμανία και η Γαλλία πάνε προς μία κατεύθυνση, αυτό επηρεάζει και την υπόλοιπη ένωση. Αυτή τη στιγμή, η Ε.Ε. αποτελεί εμπόδιο, αν σκεφτούμε τις πολιτικές της μετα-ανάπτυξης. Η εθνικοποίηση του τομέα των μεταφορών έρχεται σε αντίθεση με τους κανόνες ανταγωνισμού της Ε.Ε., για παράδειγμα. Για ορισμένες από τις πολιτικές που υποστηρίζουμε, χρειάζεσαι περισσότερο δημόσιο τομέα και λιγότερο ιδιωτικό τομέα, επομένως υπάρχει σαφής σύγκρουση με την κατεύθυνση της Ε.Ε. Έπειτα, εντός του ευρώ, υπάρχουν ορισμένες υποχρεώσεις ώστε να διασφαλίζεται ότι οι οικονομίες είναι προσανατολισμένες στην ανάπτυξη και, σε γενικές γραμμές, διοικούνται σύμφωνα με τις νεοφιλελεύθερες αρχές. Η Τρόικα ζήτησε από την Ελλάδα να κάνει πιο ευέλικτο το ωράριο εργασίας και να επιτρέψει την εργασία το σαββατοκύριακο. Πιστεύετε ότι θα παραχωρούσαν ποτέ μείωση του χρόνου εργασίας; 

Ρικάρντο Μαστίνι (Riccardo Mastini): Τιμ, πώς θα περιέγραφες τη ζωή σε έναν κόσμο μετα-ανάπτυξης; Ποια είναι τα κύρια χαρακτηριστικά μιας κοινωνίας μετα-ανάπτυξης; 

Τιμ Τζάκσον (Tim Jackson): Υπάρχουν ευκαιρίες για μια πιο πλούσια, πιο ευχάριστη, πιο αλτρουιστική και πιο ισότιμη κοινωνία· μια κοινωνία που είναι πιο δίκαιη, πιο ικανοποιητική και πιο δημιουργική. Είναι ένας κόσμος που δεν μοιάζει απαραίτητα με το «Νέα από πουθενά» του Ουίλιαμ Μόρις (William Morris), αλλά διαθέτει μερικά από τα χαρακτηριστικά του. Οι άνθρωποι είναι ενταγμένοι σε εκείνη την κοινωνία και η εργασία αποτελεί μέρος της συμμετοχής σε αυτήν. Αλλά η ποιότητα και η δημιουργικότητα είναι οι αξίες που πλαισιώνουν τα καθήκοντα των ανθρώπων, όχι η παραγωγικότητα και η απόδοση. Είναι ένα μέρος όπου οι ευκαιρίες για μας, ως ανθρώπινα όντα, να ευημερήσουμε είναι πολύ διαφορετικές. 

Θεωρούμε ότι η καπιταλιστική οικονομία και οι δημοκρατίες των προηγμένων οικονομιών αφορούν την ελευθερία, αλλά πρόκειται για ένα ιδιαίτερο είδος ελευθερίας: η ελευθερία επιλογής από διαφορετικά προϊόντα σε ένα ράφι σούπερ μάρκετ· η ελευθερία να κάνουμε ό,τι θέλουμε στον ελεύθερο χρόνο μας, ανεξάρτητα από τις επιπτώσεις στο περιβάλλον· ή η ελευθερία να προχωρήσουμε σε μια πιο καταστροφική ή ισχυρή εργασία μέσω της καριέρας μας. Προσπαθώντας να επιτύχουμε αυτές τις ελευθερίες, έχουμε περικόψει ορισμένες άλλες: την ελευθερία να νοιαζόμαστε ο ένας για τον άλλον, την ελευθερία να αλληλοεπιδράμε, την ελευθερία να έχουμε χρόνο για να στοχαζόμαστε, την ελευθερία να δουλεύουμε με τον εαυτό μας, ή την ελευθερία να έχουμε μια πλήρη και δημιουργική ζωή που υποστηρίζεται από την κοινωνία και την κοινότητά μας. 

Πιθανότατα θέλετε να απαντήσω σε ερωτήσεις όπως «Θα έχω ακόμα κινητό τηλέφωνο;» Αλλά ειλικρινά δεν έχω απάντηση σε αυτό. Υποψιάζομαι, ναι. Επειδή η συγκεκριμένη τεχνολογία ενδυναμώνει την ανθρώπινη επιθυμία μας να επικοινωνήσουμε, να ευημερήσουμε, να αποκτήσουμε πρόσβαση σε πληροφορίες, και να αναπτυχθούμε. Αλλά η ιδέα μας για το τι σημαίνει να ζεις και να μαθαίνεις δεν θα περιορίζεται από την άποψη ότι μπορούμε να κάνουμε ορισμένα πράγματα μόνο μέσω της τεχνολογίας. Αντίθετα, θα ανακτήσουμε μια άλλη ελευθερία: την ελευθερία να «επαναμαγεύσουμε» τον κόσμο και να αναζωογονήσουμε τις ικανότητές μας να είμαστε ανθρώπινα όντα. 

Categories: H. Green News

Αποανάπτυξη σημαίνει παγκόσμια δικαιοσύνη 

Green European Journal - Thu, 01/05/2023 - 12:14

Οι υπέρμαχοι της αποανάπτυξης αμφισβητούν το δόγμα που υποστηρίζει ότι μια αναπτυσσόμενη οικονομία είναι πάντα ένα σημάδι προόδου. Στο βιβλίο του «Το λιγότερο είναι περισσότερο» (“Less is More”), ο ανθρωπολόγος Τζέισον Χίκελ (Jason Hickel) υποστηρίζει ότι μόνο η αποανάπτυξη μπορεί να απομακρύνει τον κόσμο από την επιδεινούμενη οικολογική κρίση. Τον συναντήσαμε για να συζητήσουμε σχετικά με το νέο του βιβλίο και να ρωτήσουμε τι θα σήμαινε η αποανάπτυξη για τις σχέσεις μεταξύ του Βορρά και του Νότου. 

Green European Journal: Μια από τις πιο συναρπαστικές κριτικές της αποανάπτυξης είναι ότι είναι μια ιδέα για βολεμένους Δυτικούς αλλά ότι δεν έχει μεγάλη σημασία για τον Νότο. Στο βιβλίο «Το λιγότερο είναι περισσότερο» εκφράζετε μια διαφορετική άποψη, υποστηρίζοντας ότι η αποανάπτυξη σχετίζεται με την παγκόσμια δικαιοσύνη και την αποαποικιοποίηση. Θα μπορούσατε να το εξηγήσετε; 

Τζέισον Χίκελ (Jason Hickel): Ποιος βρίσκεται πίσω από την οικολογική κρίση; Σε συντριπτικά μεγάλο βαθμό είναι οι πλούσιες χώρες του Βορρά: οι Ηνωμένες Πολιτείες, ο Καναδάς, η Ευρώπη, το Ισραήλ, η Αυστραλία, η Νέα Ζηλανδία και η Ιαπωνία. Οι χώρες αυτές ευθύνονται συνολικά για το 92% των υπερβολικών εκπομπών. Έχουν αποικίσει τα Κοινά της ατμόσφαιρας για τον δικό τους εμπλουτισμό. Εν τω μεταξύ, ολόκληρος ο Νότος – όλη η Ασία, η Αφρική, η Λατινική Αμερική – ευθύνεται μόνο για το 8 τοις εκατό, και αυτό προέρχεται μόνο από έναν μικρό αριθμό χωρών. Οι περισσότερες χώρες του Νότου εξακολουθούν να τηρούν το μερίδιο που τους αναλογεί στον προϋπολογισμό για ασφαλή προϋπολογισμό εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα και, ως εκ τούτου, δεν έχουν συμβάλει καθόλου στην κλιματική κρίση. 

Το ίδιο μπορεί να ειπωθεί και για την κατανάλωση πόρων. Οι πλούσιες χώρες καταναλώνουν κατά μέσο όρο 28 τόνους υλικών αγαθών ανά άτομο ετησίως – δηλαδή περίπου τέσσερις φορές πάνω από το ασφαλές κατά κεφαλήν όριο για τον πλανήτη. Οι περισσότερες χώρες του Νότου κινούνται πολύ κάτω από αυτό το όριο. Στην πραγματικότητα, πολλές χώρες χαμηλού εισοδήματος πρέπει να αυξήσουν τη χρήση των πόρων για να καλύψουν τις ανθρώπινες ανάγκες. Η οικολογική κρίση προκαλείται σε συντριπτικό βαθμό από τις πλούσιες χώρες που χρησιμοποιούν υπερβολικά πολλούς πόρους και υπερβολική ενέργεια. 

Πρέπει επίσης να μην ξεχνάμε ότι η χρήση των πόρων στο Βορρά προέρχεται ξεκάθαρα σε μεγάλο βαθμό από τον Νότο, ουσιαστικά κατά τα πρότυπα της αυτοκρατορικής εξουσίας. Σχεδόν το ήμισυ όλων των πόρων που καταναλώνονται στον Βορρά κάθε χρόνο προέρχονται από τον Νότο. Οι πόροι που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για την κάλυψη των ανθρώπινων αναγκών – για την κατασκευή νοσοκομείων και την παραγωγή τροφίμων – χρησιμοποιούνται αντ ‘αυτού για την εξυπηρέτηση της ανάπτυξης στο Βορρά. 

Επομένως, η αποανάπτυξη είναι μια απαίτηση που στοχεύει στο Βορρά. Είναι ένα αίτημα για παγκόσμια δικαιοσύνη και έχει διατυπωθεί από τον Νότο εδώ και αρκετές δεκαετίες. Τα κοινωνικά κινήματα στον Νότο αναγνωρίζουν ότι η ανάπτυξη στον Βορρά αποικίζει τα οικοσυστήματα τους και ιδιοποιείται τους πόρους τους, προκαλώντας καταστροφή σε παγκόσμια κλίμακα. Η αποανάπτυξη είναι μια έκκληση για την απελευθέρωση του Νότου από την αυτοκρατορική οικειοποίηση και την αποαποικιοποίηση της ατμόσφαιρας. Αυτή η γλώσσα είναι σαφής στη Λαϊκή Συμφωνία της Cochabamba του 2010, ένα κείμενο που θα πρέπει να διαβάσουν υποχρεωτικά οι ακτιβιστές για το κλίμα στο Βορρά [Το 2010, παγκόσμια Νότια κινήματα συγκεντρώθηκαν στη Βολιβία μετά την αποτυχία των συνομιλιών της COP15 για το κλίμα στην Κοπεγχάγη]. Οι αρχές της αποανάπτυξης εκπροσωπούνται σε αυτό το κείμενο ως μέρος ενός ευρύτερου συνόλου αντιαποικιακών αιτημάτων. 

Η αποανάπτυξη έχει ρίζες στα αντιαποικιακά κινήματα, που ανάγονται σε βασικούς ηγέτες και στοχαστές όπως ο Γκάντι, ο Φραντς Φανόν (Franz Fanon) και ο Τομά Σανκαρά (Thomas Sankara). Αναγνώρισαν ότι η ανάπτυξη του Βορρά εξαρτάται από τη λεηλασία των πόρων και της εργασίας του Νότου, όπως συμβαίνει ακόμη και σήμερα. Από τη δεκαετία του 1930, η θέση τους ήταν ανέκαθεν να αρνούνται την εκμετάλλευση από το Βορρά. Αποανάπτυξη σημαίνει καταστροφή του αυτοκρατορικού συστήματος. 

Η οικολογική κρίση προκαλείται σε συντριπτικό βαθμό από τις πλούσιες χώρες που χρησιμοποιούν υπερβολικά πολλούς πόρους και υπερβολική ενέργεια. 

Αναφέρεστε στους Γκάντι, Φανόν και Σανκαρά. Αυτές οι πολύ διαφορετικές μορφές του αντιαποικιακού αγώνα είδαν την αποαποικιοποίηση ως μια ευκαιρία να ζήσουν και να αναπτυχθούν διαφορετικά. Παρόλα αυτά, τα πράγματα δεν εξελίχθηκαν καλά. Σήμερα, η πορεία προς την ανάπτυξη σε όλο τον κόσμο είναι συχνά εξίσου εντατική ως προς τους πόρους όπως και στο Βορρά. Τι συνέβη; 

Το αντιαποικιακό κίνημα οργανώθηκε ρητά γύρω από την επίτευξη οικονομικής κυριαρχίας, την ιδέα ότι οι εγχώριοι πόροι και η εργασία πρέπει να κινητοποιηθούν για να καλύψουν τις εγχώριες ανάγκες. Αυτό φαίνεται στο έργο του Σανκαρά, του Φανόν και του Γκάντι. Και τα πρόσφατα ανεξάρτητα έθνη το πέτυχαν αυτό σε διαφορετικό βαθμό. Αλλά, με αυτόν τον τρόπο, προκάλεσαν κρίση συσσώρευσης κεφαλαίου στο Βορρά. 

Βλέπετε, η καπιταλιστική ανάπτυξη στο Βορρά εξαρτάται από την καταστολή του εισοδήματος στο Νότο. Αυτό διατηρεί την τιμή προσφοράς χαμηλή και επιτρέπει τη συσσώρευση κεφαλαίου. Καθώς οι χώρες του Νότου αύξησαν τους μισθούς, ανέκτησαν τον έλεγχο των πόρων και αύξησαν τις τιμές τους, στέρησαν από το Βορρά την πρόσβαση σε φθηνούς πόρους και εργατικό δυναμικό που απολάμβαναν την εποχή της αποικιοκρατίας. Αυτή η μετατόπιση οδήγησε στην κρίση του στασιμοπληθωρισμού της δεκαετίας του 1970 (χαμηλή ανάπτυξη και υψηλός πληθωρισμός) στο Βορρά. 

Αντιμέτωπος με αυτή την κατάσταση, ο Βορράς είχε δύο επιλογές: είτε να εγκαταλείψει τη συσσώρευση κεφαλαίου, είτε να προσπαθήσει με κάθε τρόπο να τη διατηρήσει. Επέλεξε το δεύτερο. Στο εσωτερικό, επιτέθηκαν στα συνδικάτα και μείωσαν τους μισθούς της εργατικής τάξης, ενώ επέβαλαν προγράμματα διαρθρωτικής προσαρμογής σε ολόκληρο το Νότο. Στις νεοσύστατες δημοκρατίες του Νότου, αυτή η αντίδραση αντέστρεψε τις προοδευτικές μεταρρυθμίσεις, διέλυσε την οικονομική κυριαρχία και αποκατέστησε την πρόσβαση του Βορρά σε φθηνούς νότιους πόρους και εργατικό δυναμικό. 

Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι η εκ νέου επιβολή της αυτοκρατορικής διάταξης οργανώθηκε συχνά βίαια μέσω πραξικοπημάτων εναντίον βασικών προοδευτικών ηγετών, όπως του Κβάμε Νκρούμαχ (Kwame Nkrumah) στη Γκάνα, του Σαλβαδόρ Αλιέντε (Salvador Allende) στη Χιλή, του Σουκάρνο (Sukarno) στην Ινδονησία και του Μοχάμεντ Μοσαντέκ (Mohammed Mosaddeq) στο Ιράν. Αυτές οι προσωπικότητες και πολλές άλλες καθαιρέθηκαν και αντικαταστάθηκαν από νεοφιλελεύθερα καθεστώτα που ήταν πιο δεκτικά στα δυτικά οικονομικά συμφέροντα. Το αντιαποικιακό κίνημα λίγο πολύ καταστράφηκε, εκτός από μερικά μέρη στη Λατινική Αμερική. Αυτή είναι η πραγματικότητα του κόσμου στον οποίο ζούμε σήμερα. 

Οι ερμηνείες της οικονομικής κρίσης της Δύσης της δεκαετίας του 1970 συνήθως παραβλέπουν τον ρόλο του αντιαποικιακού αγώνα. Ακόμη και η πετρελαϊκή κρίση του 1973 δεν συζητείται συχνά με όρους αποαποικιοποίησης. 

Το εμπάργκο πετρελαίου του 1973 ήταν μια αντιαποικιακή πράξη. Οι χώρες του Νότου ενώθηκαν για να διασφαλίσουν ότι οι πόροι τους δεν θα μπορούσαν πλέον να ιδιοποιηθούν τόσο φθηνά. Δεν ήταν μόνο το πετρέλαιο – το έκαναν αυτό για πολλές άλλες βασικές πρώτες ύλες και εμπορεύματα. Στη Δύση, αυτό κατέστησε αδύνατη τη συσσώρευση κεφαλαίου και προκάλεσε την κατάρρευση των εταιρειών και των κερδών. Η απάντηση του κεφαλαίου σε αυτό ήταν η επιβολή του νεοφιλελευθερισμού στο εσωτερικό και της διαρθρωτικής προσαρμογής στο εξωτερικό. 

Συστημικοί προοδευτικοί οικονομολόγοι, όπως ο Πολ Κρούγκμαν (Paul Krugman), δυσκολεύονται να εξηγήσουν τον νεοφιλελευθερισμό. Τον θεωρούν ως ένα είδος «λάθους» και φαντασιώνονται την επιστροφή στη λιγότερο βίαιη εκδοχή του καπιταλισμού που επικρατούσε στη μεταπολεμική εποχή. Αλλά ο νεοφιλελευθερισμός δεν ήταν κάποιου είδους λάθος. Ήταν αναγκαίος, ενόψει του αντιαποικιακού κινήματος, ώστε οι τιμές να αναγκαστούν να υποχωρήσουν και να διατηρηθούν οι συνθήκες συσσώρευσης κεφαλαίου. Το πρόβλημα δεν είναι ο νεοφιλελευθερισμός αυτός καθαυτός· αποτελεί απλώς ένα σύμπτωμα. Το πρόβλημα είναι ο καπιταλισμός. 

Ένα συμπέρασμα του επιχειρήματος σας είναι ότι οι προοδευτικές στιγμές στο Βορρά θα πρέπει να δώσουν προτεραιότητα στην ευθυγράμμιση με τα κινήματα στο Νότο. Ποιοι είναι μερικοί από τους σημαντικότερους πιθανούς συμμάχους στο Νότο; 

Το λυπηρό είναι ότι οι προοδευτικές κυβερνήσεις των δεκαετιών του 1960 και του 1970 έχουν ως επί το πλείστον διαλυθεί, οπότε δεν μπορούμε πλέον να στραφούμε στις κυβερνήσεις – αν και πάλι υπάρχουν μερικές εξαιρέσεις. Αντίθετα, πρέπει να στραφούμε στα κοινωνικά κινήματα. Και υπάρχουν χιλιάδες. Πρέπει να οικοδομήσουμε συμμαχίες με τα κινήματα και τις οργανώσεις που υποστήριξαν τη συμφωνία της Cochabamba και οι οποίες προωθούν το πνεύμα της σήμερα, όπως το κίνημα επισιτιστικής κυριαρχίας Vía Campesina και κινήματα αυτοχθόνων, όπως οι άνθρωποι πίσω από την Κόκκινη Συμφωνία. Μια παρόμοια ανάλυση μπορεί να βρεθεί σε άλλα έγγραφα του Νότου, όπως η Διακήρυξη της Μανάγκουα και η Διακήρυξη του Άνκορατζ. Σχεδόν κάθε μεγάλη διακήρυξη που προέρχεται από τα κινήματα του Νότου έχει το ίδιο μήνυμα: η παγκόσμια οικονομία έχει ιμπεριαλιστικό χαρακτήρα και συνέπεια της είναι η οικολογική κρίση. Η πολιτική οικολογία στο Βορρά πρέπει να ανταπεξέλθει στις απαιτήσεις αυτής της ανάλυσης και να ευθυγραμμιστεί με τις απαιτήσεις των κινημάτων του Νότου. 

Σχεδόν κάθε μεγάλη διακήρυξη που προέρχεται από τα κινήματα του Νότου έχει το ίδιο μήνυμα: η παγκόσμια οικονομία έχει ιμπεριαλιστικό χαρακτήρα και συνέπεια της είναι η οικολογική κρίση.

Αναφέρεστε σε μια Παγκόσμια Πράσινη Νέα Συμφωνία. Σε τι διαφέρει από το σύνηθες πλαίσιο της Πράσινης Νέας Συμφωνίας; 

Υπάρχουν πολλές βασικές διαφορές. Η πρώτη είναι ότι η παγκόσμια κλιματική δικαιοσύνη απαιτεί από τα πλουσιότερα έθνη να μειώσουν την κατανάλωση μορφών ενέργειας που εκπέμπουν άνθρακα πολύ πιο γρήγορα από τα φτωχότερα. Γνωρίζουμε ότι πρέπει να μειώσουμε τις εκπομπές στο μηδέν έως το 2050, προκειμένου να παραμείνουμε κάτω από τον 1,5 βαθμό Κελσίου. Αλλά αυτό αποτελεί ένα παγκόσμιο στόχο. Οι πλούσιες χώρες πρέπει να απαλλαγούν από τις ανθρακούχες εκπομπές πολύ πιο γρήγορα, δεδομένης της δυσανάλογης συμβολής τους στο πρόβλημα. Έτσι, μια Παγκόσμια Πράσινη Νέα Συμφωνία θα εστιάσει σε αυτή τη βασική αρχή της κλιματικής δικαιοσύνης. 

Η δεύτερη διαφορά είναι ότι μια Παγκόσμια Πράσινη Νέα Συμφωνία αναγνωρίζει ότι η οικολογική κρίση δεν αφορά μόνο το κλίμα. Πρόβλημα αποτελεί επίσης η χρήση των πόρων, τόσο η προέλευση όσο και η κατανάλωση τους. Μια Παγκόσμια Πράσινη Νέα Συμφωνία καλείται να αντιμετωπίσει την πλεονάζουσα κατανάλωση πόρων στον Βορρά. Μπορούμε να μειώσουμε δραστικά τη χρήση πόρων στα πλούσια έθνη, ενώ παράλληλα θα εξακολουθούμε να καλύπτουμε τις ανθρώπινες ανάγκες σε υψηλό επίπεδο, μειώνοντας τις μορφές οικονομικής δραστηριότητας που είναι λιγότερο κρίσιμες από κοινωνική άποψη. SUV, γρήγορη μόδα, ιδιωτικά τζετ, διαφήμιση, προσχεδιασμένη αχρήστευση, το σύμπλεγμα στρατού – βιομηχανίας… υπάρχουν τεράστια κομμάτια παραγωγής που οργανώνονται κυρίως γύρω από την εταιρική εξουσία και την επιδεικτική κατανάλωση και στην πραγματικότητα είναι άσχετα με τις ανθρώπινες ανάγκες. 

Το τρίτο που πρέπει να καταλάβουμε είναι ότι οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας δεν έρχονται από το πουθενά. Οι ηλιακοί συλλέκτες, οι ανεμογεννήτριες και οι μπαταρίες λιθίου κατασκευάζονται από υλικά, τα περισσότερα των οποίων εξάγονται από το Νότο με τρόπους που είναι επιβλαβείς τόσο από οικολογική όσο και από κοινωνική άποψη. Επομένως, πρέπει να επιδιώξουμε την ενεργειακή μετάβαση, ναι. Αλλά αν ταυτόχρονα συνεχίσουμε να επιδιώκουμε την ανάπτυξη, δημιουργείται ένα πρόβλημα, διότι περισσότερη ανάπτυξη σημαίνει μεγαλύτερη ζήτηση ενέργειας και αυτό σημαίνει μεγαλύτερη πίεση στους παγκόσμιους πόρους του Νότου, η οποία θα βλάψει όλο και περισσότερο τις κοινότητες που ήδη επηρεάζονται από την εξορυκτική δραστηριότητα. Αντίθετα, εάν τα πλούσια έθνη εγκαταλείψουν την ανάπτυξη ως στόχο και μειώσουν τη ζήτηση ενέργειας, η μετάβαση θα είναι λιγότερο καταστροφική. Αν θέλουμε η ενεργειακή μετάβαση να είναι οικολογικά συνεκτική και κοινωνικά δίκαιη, χρειαζόμαστε αποανάπτυξη. 

Στην Ευρώπη, τα θεσμικά όργανα της Ε.Ε. λαμβάνουν πολύ πιο σοβαρά υπόψη τα κλιματικά και οικολογικά ζητήματα και εφαρμόζουν ορισμένες ελπιδοφόρες πολιτικές. Ταυτόχρονα, δεν μιλάμε για κίνηση προς μια οικονομία αποανάπτυξης ή κάτι τέτοιο. Πώς ερμηνεύετε την ενσωμάτωση των πράσινων θεμάτων; 

Είναι όλο και πιο σαφές ότι πιθανότατα δεν θα μπορέσουμε να διατηρήσουμε την παγκόσμια θέρμανση σε λιγότερους από 1,5 βαθμούς Κελσίου χωρίς αποανάπτυξη στο Βορρά. Και όμως αυτή τη στιγμή αυτό δεν αποτελεί μέρος της πολιτικής συζήτησης, και φαίνεται απίθανο τα υπάρχοντα θεσμικά όργανα να λάβουν εθελοντικά τα απαιτούμενα μέτρα. Γι’ αυτό, θα χρειαστούμε μεγάλη πολιτική κινητοποίηση. 

Τούτου λεχθέντος, υπάρχουν σαφώς ορισμένοι κύκλοι εντός αυτών των θεσμικών οργάνων που ενδιαφέρονται για ριζοσπαστικές ιδέες και κάνουν ό,τι μπορούν για να τις εντάξουν στην πολιτική. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ενέκρινε φέτος μια πρόταση που ζητούσε να μειωθεί η χρήση κρίσιμων πόρων σε βιώσιμα επίπεδα. Πρόκειται για ένα πολύ ριζοσπαστικό αίτημα. Μένει να δούμε αν αυτό θα εφαρμοστεί στην πολιτική από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Αλλά αυτό δείχνει ότι υπάρχουν δυνατότητες εντός αυτών των θεσμικών οργάνων. Χρειαζόμαστε μια προσέγγιση διττού μετώπου: να συνεργαστούμε με αυτές τις δυνάμεις εντός των θεσμικών οργάνων όσο το δυνατόν περισσότερο, αλλά, ταυτόχρονα, να οργανώσουμε ισχυρές κινητοποιήσεις για να προωθήσουμε την ατζέντα από έξω και να αναλάβουμε την εξουσία όπου είναι απαραίτητο και όπου είναι δυνατόν. 

Πώς πρέπει να είναι στην πράξη η διακρατική αλληλεγγύη για τα κόμματα και τα κινήματα; 

Ένα βασικό βήμα είναι να αναγνωρίσουμε ότι προκειμένου να διατηρηθούν οι συνθήκες συσσώρευσης κεφαλαίου και ανάπτυξης στο Βορρά, οποιεσδήποτε παραχωρήσεις γίνονται στις απαιτήσεις της εργατικής τάξης στο Βορρά αντισταθμίζονται όσο γίνεται περισσότερο από τη συμπίεση του εισοδήματος και της κατανάλωσης στο Νότο. Αλληλεγγύη με το Νότο σημαίνει αναγνώριση αυτού του γεγονότος και άσκηση πίεσης για μια μετα-αναπτυξιακή, μετακαπιταλιστική οικονομία εδώ στο Βορρά, για την άρση αυτής της βάναυσης πίεσης. Δεν γίνεται να το αγνοήσουμε και όμως δυστυχώς δεν αποτελεί μέρος της συζήτησης μας προς το παρόν. 

Στις τρέχουσες συζητήσεις μας, η οικολογική κρίση αντιμετωπίζεται ως πρόβλημα τεχνολογίας. Αυτή είναι μια πολύ ρηχή ανάλυση του προβλήματος. Αντιθέτως, για τα κοινωνικά κινήματα του Νότου είναι ξεκάθαρο ότι η κρίση καθοδηγείται από τον καπιταλισμό και τον ιμπεριαλισμό. Το πρώτο βήμα είναι να διαβάσουμε τα έγγραφα τους, να ακούσουμε τα αιτήματα τους και στη συνέχεια να στηρίξουμε τα αιτήματα τους στον δημόσιο λόγο μας. Το δεύτερο βήμα είναι να επιστήσουμε την προσοχή στα κινήματα τους και να ευθυγραμμιστούμε με τις απαιτήσεις τους στις διεθνείς διαπραγματεύσεις, όπως στην COP. Η αλληλεγγύη αφορά την προώθηση των ιδεών τους και την ευθυγράμμιση με τις απαιτήσεις τους. Με απλά λόγια, αυτό είναι όλο! 

Πολλά πράσινα και αριστερά κόμματα μπορεί να συμμερίζονται την ανάλυση σας, ωστόσο αποφεύγουν την ξεκάθαρα αντικαπιταλιστική ή αντιιμπεριαλιστική ρητορική. Πρώτον, ανησυχούν μήπως ακουστούν υπερβολικά ριζοσπαστικοί, αλλά επίσης δεν είναι πεπεισμένοι ότι αυτός ο λόγος εκφράζει τους ανθρώπους. Πώς θα απαντούσατε σε αυτές τις απόψεις; 

Κατανοώ από πού προέρχονται και συμμερίζομαι τις ανησυχίες τους. Αλλά δεν υπάρχει χρόνος για υπεκφυγές. Χρειαζόμαστε μια ακριβή ανάλυση. Γνωρίζουμε ποια είναι αυτή η ανάλυση, και θα πρέπει να ξεκινήσουμε μια συζήτηση γύρω από αυτή. Ποιος ο σκοπός ενός πολιτικού κόμματος, αν όχι να εισάγει νέες ιδέες και να μας οδηγήσει προς μια νέα κατεύθυνση; 

Τα κόμματα πρέπει να δείξουν περισσότερο θάρρος σε αυτό το μέτωπο. Χρειαζόμαστε όμως και κοινωνικά κινήματα, τα οποία να είναι εκεί στο πλευρό τους, ανοίγοντας το παράθυρο Overton και καθιστώντας δυνατή τη διεξαγωγή αυτών των συζητήσεων. Γνωρίζω πολιτικούς που μου είπαν: «Πιστεύω σε αυτές τις απαιτήσεις, αλλά δεν μπορώ να τις εκφράσω επειδή δεν υπάρχει πρόσφορο εκλογικό σώμα γι’ αυτές. Δημιουργήστε ένα πρόσφορο εκλογικό σώμα και εγώ θα σταθώ δίπλα σας.» Τα κοινωνικά μας κινήματα δεν το έχουν ακόμα καταφέρει, γι’ αυτό πρέπει να τα μεγαλώσουμε. Είναι το κλασικό χτίσιμο ενός κινήματος: οι πολιτικοί ωθούν τα πράγματα από τη μια πλευρά και τα κοινωνικά κινήματα τα κάνουν πράξη στους δρόμους. Το ένα ενεργοποιεί το άλλο. Αυτή τη διπλή ενέργεια χρειαζόμαστε. 

Όσον αφορά το τι μπορούν και τι δεν μπορούν να πουν οι πολιτικοί, δεν νομίζω ότι πρέπει οπωσδήποτε να χρησιμοποιούν τη λέξη «αποανάπτυξη». Νομίζω ότι η αποανάπτυξη είναι μια χρήσιμη λέξη επειδή είναι ειλικρινής και δεν μπορεί να γίνει κατάχρηση της. Ωστόσο δεν υπάρχει πρόβλημα, ούτε για εκείνους που επιλέγουν να μην την χρησιμοποιήσουν για οποιονδήποτε λόγο. Σημασία έχει ότι οι αρχές αντικατοπτρίζονται στις πολιτικές. Τότε μπορείτε να τις αποκαλέσετε όπως θέλετε. 

Η αποανάπτυξη είναι ένας ακαδημαϊκός όρος, αλλά οι πολιτικές είναι πολύ συγκεκριμένες: π.χ. ποιοτικές εργατικές κατοικίες με καλή μόνωση. Ίσως το πρόγραμμα να μιλούσε στους ανθρώπους περισσότερο από την ιδέα; 

Αναμφίβολα! Οι περισσότεροι άνθρωποι στο Βορρά θα επωφεληθούν από τη μετάβαση σε μια οικολογικοκοινωνική οικονομία. Ζητούμε τη μείωση της περιττής παραγωγής και τη συντόμευση της εργάσιμης εβδομάδας. Ζητούμε μια ριζικά δικαιότερη κατανομή του εισοδήματος. Ζητούμε την εγγύηση της απασχόλησης για το κλίμα και ένα βασικό εισόδημα. Ζητούμε καθολικές δημόσιες υπηρεσίες και την αποεμπορευματοποίηση της στέγασης. Αυτό πρέπει να πούμε για να πείσουμε τους απλούς ανθρώπους. Θυμηθείτε ότι υπάρχει πραγματική φτώχεια στις πλούσιες χώρες. Πολλοί άνθρωποι ζουν σε υποβαθμισμένες κατοικίες και μετά βίας μπορούν να πληρώσουν το ενοίκιο τους. Στις Η.Π.Α., οι πολίτες δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα για υγειονομική περίθαλψη και εκπαίδευση. Το κίνημα της αποανάπτυξης δημιουργεί ένα πρόγραμμα που απαντά σε αυτές τις ανησυχίες για την ανασφάλεια κάτω από τον καπιταλισμό. Πρέπει να βοηθήσουμε τους ανθρώπους να οραματιστούν την εναλλακτική λύση. 

Κάποιες φορές, τα πράσινα κόμματα πιστεύουν ότι πρέπει να αγωνιστούν ώστε να πάρουν την εργατική τάξη με το μέρος τους. Αυτό καταδεικνύει ένα πραγματικό πρόβλημα: η εργατική τάξη δεν συμμετέχει, διότι οι πράσινες πολιτικές δεν τους αντιπροσωπεύουν! Γι’ αυτό αλλάξτε τις πολιτικές σας, αλλάξτε το λόγο σας. Μιλήστε για το πώς θα αποεμπορευματοποιήσουμε τη βασική κοινωνική οικονομία, θα καταστήσουμε τη στέγαση δημόσιο αγαθό, θα διασφαλίσουμε την καθολική πρόσβαση στα μέσα διαβίωσης και στους απαραίτητους πόρους, θα αποσύρουμε το ζήτημα της απασχόλησης από το τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Μόνο αν γίνει αυτό, μπορούμε να μιλήσουμε για μείωση της περιττής παραγωγής. Οι μόνοι που αντιτίθενται σε αυτές τις ιδέες είναι τα μέλη της καπιταλιστικής τάξης. Το εμπόδιο δεν είναι οι απλοί άνθρωποι. Το εμπόδιο είναι το κεφάλαιο. Εκεί πρέπει να αγωνιστούμε. 

Categories: H. Green News

Οι κοινότητες μπορούν να έχουν ηγετικό ρόλο στην ενεργειακή μετάβαση της Ευρώπης

Green European Journal - Thu, 01/05/2023 - 11:53

Η μετάβαση στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας είναι μια ευκαιρία για να έχουν περισσότεροι άνθρωποι μερίδιο συμμετοχής στο ενεργειακό σύστημα. Οι κοινοτικές πρωτοβουλίες και οι συνεταιρισμοί αποτελούν πηγές πλούτου και θέσεων εργασίας και παραδείγματα δημοκρατίας στην πράξη. Ο Πάου Ριθ Γκιξ (Pau Ruiz Guix) εξετάζει ένα συνεταιριστικό μοντέλο που συσπείρωσε δεκάδες χιλιάδες πολίτες γύρω από την υπεράκτια αιολική ενέργεια στην Κοπεγχάγη. Με τη σωστή υποστήριξη από τις κυβερνήσεις και την Ε.Ε., οι κοινότητες σε όλη την Ευρώπη μπορούν να βρίσκονται στην καρδιά ενός βιώσιμου ενεργειακού συστήματος. 

Στα τέλη του 20ου αιώνα σημειώθηκε σημαντική άνοδος των τοπικών εταιρικών σχέσεων για βιώσιμη ανάπτυξη και καθαρή ενέργεια. Ενώ πολλές εταιρικές σχέσεις έδωσαν έμφαση στη συμμετοχή και την ένταξη, η υποχώρηση του κράτους και η αντικατάστασή του από μη εκλεγμένους, ιδιωτικούς φορείς περιθωριοποίησαν επίσης πολλές κοινότητες. Οι εταιρικές σχέσεις ήταν άλλωστε αποτέλεσμα ιδιωτικοποιήσεων σε τομείς όπως η ενέργεια από τη δεκαετία του 1980 και μετά. Πολλές κοινότητες βρήκαν την ευκαιρία να αυτοοργανωθούν. Μέσω της ίδρυσης οργανώσεων υπό την καθοδήγηση της κοινότητας και χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων υπό την κυριότητας της κοινότητας, οι ομάδες πολιτών μπόρεσαν να συνεργαστούν με δημόσιους και ιδιωτικούς φορείς σε ισότιμη βάση. Μεταξύ των περίπου 2400 ενεργειακών συνεταιρισμών της Ευρώπης, περιλαμβάνονται πρωτοποριακά παραδείγματα όπως το EWS Energy στη Γερμανία, το Enercoop στη Γαλλία, το Middleground στη Δανία, το E-Werk στην Ιταλία, το Energy4All στο Ηνωμένο Βασίλειο και το Ecopower στο Βέλγιο. 

Οι ενεργειακές κοινότητες θα είναι καθοριστικές για την επιτυχία της μετάβασης της Ευρώπης. Σύμφωνα με τον Διεθνή Οργανισμό Ενέργειας, η ηλεκτρική ενέργεια που παράγεται από άνθρακα ευθύνεται για το 30 τοις εκατό των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου παγκοσμίως. Για να επιτύχει τους κλιματικούς στόχους της, η Ευρωπαϊκή Ένωση στοχεύει να μειώσει τις εκπομπές της κατά τουλάχιστον 40 τοις εκατό έως το 2030 και να αυξήσει το μερίδιο των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας σε τουλάχιστον 32 τοις εκατό. Το υπεράκτιο αιολικό πάρκο της Κοπεγχάγης, το Middleground (το μεγαλύτερο αιολικό πάρκο στον κόσμο που αναπτύχθηκε από μια εταιρική σχέση υπό την καθοδήγηση της κοινότητας) αναδεικνύει το πόσο σημαντικοί μπορούν να είναι οι συνεταιρισμοί στη μετάβαση σε ένα βιώσιμο ενεργειακό σύστημα. 

Πόλεις, βιωσιμότητα, συνεργασίες 

Η παγκοσμιοποίηση και η αστικοποίηση έχουν κάνει τις πόλεις το κέντρο της παραγωγικότητας, της καινοτομίας και του πλούτου. Οι πόλεις αντιπροσωπεύουν κατά μέσο όρο περίπου το 80 τοις εκατό της παγκόσμιας οικονομικής παραγωγής και το 55 τοις εκατό του παγκόσμιου πληθυσμού (ανέρχεται στο 75 τοις εκατό στην Ευρώπη). Οι πόλεις ευθύνονται για το 70 τοις εκατό των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου και τα δύο τρίτα της κατανάλωσης ενέργειας παγκοσμίως. Η αστική βιωσιμότητα είναι επομένως το κλειδί για τον αγώνα μας κατά της κλιματικής αλλαγής και για πιο βιώσιμες και ανθεκτικές κοινωνίες. Το 66 τοις εκατό των ευρωπαϊκών πόλεων έχουν θεσπίσει σχέδια για το κλίμα και το 82 τοις εκατό έχουν θέσει στόχους μείωσης των εκπομπών. 

Η αστική βιωσιμότητα εξαρτάται όχι μόνο από τη «συμμετοχή» των κοινοτήτων στη μετάβαση, αλλά και από τον καθορισμό των όρων και τη συμμετοχή τους. Η βιώσιμη ανάπτυξη εννοείται γενικά ως η ικανοποίηση των αναγκών του παρόντος χωρίς να διακυβεύεται η ικανότητα των μελλοντικών γενεών να καλύψουν τις δικές τους. Η βιωσιμότητα, από την άλλη πλευρά, είναι μια ευρεία και εξελισσόμενη κατασκευή που αψηφά έναν καθολικά αποδεκτό ορισμό. Αντί για ένα σύνολο ιδανικών, η βιωσιμότητα θα πρέπει να είναι «ριζωμένη» στην πράξη, να εξαρτάται από το πλαίσιο και να τίθεται σε εφαρμογή από ορισμένους φορείς με καθορισμένα κίνητρα και ενδιαφέροντα – κάτι που φαίνεται πιο ξεκάθαρα σε αστικά περιβάλλοντα, όπου είναι ευκολότερο να εντοπιστούν οι φορείς και να οριοθετηθούν συμφέροντα. 

Η πολύπλοκη φύση της βιωσιμότητας την καθιστά εφικτή μόνο μέσω της αναγνώρισης αλληλεξαρτήσεων και εταιρικών σχέσεων. Οι συμμαχίες μεταξύ διαφορετικών τύπων φορέων —είτε δημόσιους, ιδιωτικούς είτε με την κοινωνία των πολιτών— καθιστούν δυνατές τις συλλογικές αποφάσεις, μέσω επίσημων και προσανατολισμένων στη συναίνεση διαδικασιών για την επίτευξη κοινών στόχων, χωρίς να αποθαρρύνονται από την πολυπλοκότητα, τις συγκρούσεις ή τις κοινωνικές αλλαγές. 

Οι προκλήσεις των συνεργασιών στον 21ο αιώνα 

Οι εταιρικές σχέσεις έχουν διάφορες μορφές: από πρωτοβουλίες εταιρικής κοινωνικής ευθύνης, έως ΜΚΟ που καλύπτουν τα κενά που αφήνει το κράτος, και φορείς για την ενδυνάμωση της κοινότητας. Ως μορφή, οι εταιρικές σχέσεις στον 21ο αιώνα μπορούν να θεωρηθούν το παράδειγμα συνεργασίας του αιώνα που φέρνει υποσχέσεις και προκλήσεις. 

Στην πράξη, η έμφαση στον συνεργατικό σχεδιασμό και τη ρητορική της εταιρικής σχέσης ενθάρρυνε μια μετατόπιση από το παραδοσιακό πλαίσιο της κυβέρνησης και της χάραξης πολιτικής — από τη «κυβέρνηση» στη «διακυβέρνηση». Ενώ οι εκλεγμένες αρχές κάποτε εφάρμοζαν τις πολιτικές από την κορυφή προς τα κάτω, το νέο παράδειγμα συνεργασίας χαρακτηρίζεται από την κατανομή εξουσιών, ευθυνών και πόρων μεταξύ της τοπικής αυτοδιοίκησης, του ιδιωτικού τομέα και της κοινωνίας των πολιτών. Αυτή η μετάβαση συνδέεται με ευρύτερες διαδικασίες, όπως η παγκοσμιοποίηση και η φιλελευθεροποίηση. 

Καθώς τα πλαίσια νομιμότητας και λογοδοσίας είναι πλέον λιγότερο σαφή, τα αυξανόμενα δημοκρατικά ελλείμματα έχουν «μπαλωθεί» με μια ρητορική ενδυνάμωσης, ένταξης και συνεργασίας.

Αυτά τα νέα οργανωτικά πρότυπα θέτουν προκλήσεις τόσο για τη βιωσιμότητα όσο και για τη δημοκρατία, και τη διακυβέρνηση. Μέσω μιας κεντρικά ενορχηστρωμένης διαδικασίας κρατικής αναδιάρθρωσης, το κράτος ηγήθηκε της ιδιωτικοποίησης του δημόσιου τομέα. Οι υπηρεσίες που κάποτε διοικούνταν από γραφειοκράτες πλέον εποπτεύονται από μια νέα μορφή ελιτίστικης διαχείρισης, από μη εκλεγμένες υπηρεσίες. Αυτή η αναδιάρθρωση της διακυβέρνησης, της παροχής και της χρηματοδότησης των δημόσιων υπηρεσιών έχει περιγραφεί ως «αποκρατικοποίηση του κράτους». Έχει θολώσει» τις παραδοσιακές γραμμές μεταξύ του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα. 

Καθώς τα πλαίσια νομιμότητας και λογοδοσίας είναι πλέον λιγότερο σαφή, τα αυξανόμενα δημοκρατικά ελλείμματα έχουν «μπαλωθεί» με μια ρητορική ενδυνάμωσης, ένταξης και συνεργασίας. Ωστόσο, οι φορείς στον ιδιωτικό τομέα συχνά αποτυγχάνουν να οικοδομήσουν τον συμβιβασμό και προσκολλώνται σε νεοφιλελεύθερες αρχές που δίνουν προτεραιότητα στους οικονομικούς στόχους και παραγκωνίζουν τη συμμετοχή της κοινότητας. Ωστόσο, δίνεται ολοένα και μεγαλύτερη έμφαση στη διαβούλευση με τις κοινότητες και τους χρήστες υπηρεσιών για την οικοδόμηση εταιρικών σχέσεων και την ιδιωτικοποίηση της παροχής δημόσιων υπηρεσιών. Ωστόσο, η διαδικασία παραμένει συγκεντρωτική στον σχεδιασμό, στην ερμηνεία και στην υλοποίηση. Η πραγματική επανεξισορρόπηση των σχέσεων εξουσίας και η εστίαση του δημόσιου συμφέροντος μπορεί να επιτευχθεί όταν οι κοινότητες αποκτήσουν εξουσία σε τέτοιες διαδικασίες. 

Το υπεράκτιο αιολικό πάρκο του Middleground 

Οι πόλεις μπορούν να διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο στη μείωση του περιβαλλοντικού αποτυπώματος της κατανάλωσης ενέργειας στην Ευρώπη. Πολλοί ηγέτες είναι υπέρμαχοι ενός ριζικού μετασχηματισμού των ενεργειακών συστημάτων και ζήτησαν από τους πολίτες να διαμορφώσουν ένα μέλλον αποκεντρωμένης και ανανεώσιμης ενέργειας. Με στόχο να αποτελέσει την πρώτη ουδέτερη ως προς τον άνθρακα πόλη στον κόσμο έως το 2025, η πρωτεύουσα της Δανίας, Κοπεγχάγη, και το υπεράκτιο αιολικό πάρκο του Middleground ξεχωρίζουν. 

Αποτελούμενο από 20 ανεμογεννήτριες 3 χιλιόμετρα μακριά από την ακτή, το υπεράκτιο αιολικό πάρκο του Middleground είναι το μεγαλύτερο αιολικό πάρκο στον κόσμο που αναπτύχθηκε από μια εταιρική σχέση υπό την καθοδήγηση της κοινότητας. Το έργο δεν αποτελεί μόνο παράδειγμα του τι είναι δυνατό όταν υπάρχει βούληση για απανθρακοποίηση (απαλλαγή από τις ανθρακούχες εκπομπές) της ενέργειας μέσω της αιολικής τεχνολογίας και μιας υποστηρικτικής κυβέρνησης, αλλά δείχνει επίσης πώς μπορεί να επιτευχθεί η κοινοτική επιρροή. 

Το Middleground εξετάστηκε για πρώτη φορά ως πιθανή τοποθεσία για υπεράκτιες ανεμογεννήτριες στις αρχές της δεκαετίας του 1990, αλλά δρομολογήθηκε μόνο όταν ενεπλάκη η ένωση πολιτών, και το Γραφείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας της Κοπεγχάγης. Το Γραφείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας της Κοπεγχάγης συγκάλεσε ομάδα εργασίας το 1996 και υπέβαλε πρόταση στις τοπικές και κρατικές αρχές αργότερα το ίδιο έτος. Σε συνεργασία με την Copenhagen Energy —η οποία είχε μεγαλύτερους πόρους και εμπειρία στην αιολική τεχνολογία— ο συνεταιρισμός υπέβαλε αίτηση για έγκριση το φθινόπωρο του 1996.

Για να βοηθήσει την ομάδα εργασίας να πλοηγηθεί στο σύστημα, συγκροτήθηκε επίσημα ως Συνεταιρισμός Ανεμογεννητριών του Middleground το 1997. Καθώς ο συνεταιρισμός δεν είχε ούτε οικονομικούς πόρους ούτε εμπειρία στην πρόσβαση σε κεφάλαια κατά τη διάρκεια της αρχικής φάσης του έργου, επέτρεψε στους ανθρώπους να προπαραγγείλουν μετοχές στο αιολικό πάρκο. Μετά την υποβολή αίτησης για στήριξη από το κράτος και την Ε.Ε., έλαβε 680.000 ευρώ από τον Οργανισμό Ενέργειας της Δανίας. Το ποσό που συγκεντρώθηκε επαρκούσε για τη σύσταση του συνεταιρισμού αλλά όχι και για τη φάση της έρευνας καθαυτή. Πραγματοποιήθηκαν δύο δημόσιες ακροάσεις το 1997 και το 1998 για την αντιμετώπιση ζητημάτων σχετικά με το περιβάλλον, την ηχορύπανση, και την αισθητική. Η διοργάνωση αυτών των ακροάσεων ήταν αποτέλεσμα της κατανόησης από τη μεριά του Συνεταιρισμού ότι η συμμετοχή της κοινότητας ήταν απαραίτητη για την ανάπτυξη δημόσιας στήριξης στην κατασκευή ανεμογεννητριών σε τόσο μικρή απόσταση από την Κοπεγχάγη. Οι δημόσιες ακροάσεις ήταν ένας περαιτέρω δίαυλος για την ακρόαση των διαφορετικών απόψεων της κοινότητας και από τη στιγμή που (αρχικά απρόθυμοι) ξένοι οργανισμοί εντάχθηκαν στο έργο, οι αντιρρήσεις που παρέμεναν κατά την τελική ακρόαση το 1999 ήταν λίγες. Το έργο εγκρίθηκε το 1999 και η κατασκευή του ήταν έτοιμη να ξεκινήσει. Την ίδια χρονιά πουλήθηκε κάθε μετοχή του Συνεταιρισμού. Η κατασκευή ξεκίνησε το 2001. 

Οικοδομώντας κοινοτική επιρροή 

Η εταιρική σχέση του έργου Middleground δείχνει πώς οι κοινότητες μπορούν να μοχλεύσουν πραγματική ισχύ σε εταιρικές σχέσεις και να ηγηθούν της βιώσιμης ενεργειακής μετάβασης. Μέρος αυτής της επιτυχίας εξαρτιόταν από δύο είδη κεφαλαίων που προσέφερε η κοινότητα της Κοπεγχάγης: το χρηματοοικονομικό και το κοινωνικό κεφάλαιο. 

Ο συνεταιρισμός δεν ήταν μόνο επιτυχημένος ως δομή για να διοχετεύει διαφορετικές φωνές, να κερδίζει την εμπιστοσύνη, και να λογοδοτεί, αλλά έγινε επίσης ενεργός οικονομικός εταίρος. Οι κοινότητες σπάνια μπόρεσαν να συνεισφέρουν οικονομικά σε εταιρικές σχέσεις βιώσιμης ανάπτυξης. Σε πολλές περιπτώσεις, η «κοινότητα» γίνεται απλώς ένα από τα ζητήματα που πρέπει να επιλυθούν για να προχωρήσει το έργο. Με 40.500 μετοχές αξίας 567 ευρώ η καθεμία και που ανήκουν σε 8.500 μετόχους (ιδιώτες, εταιρείες, συνδικαλιστικές οργανώσεις και ΜΚΟ), ο συνεταιρισμός θα μπορούσε να χρηματοδοτήσει το 50 τοις εκατό του έργου. Με την κεφαλαιοποίηση χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων υπό την κυριότητας της κοινότητας για ένα ενιαίο, συγκεκριμένο έργο, ο συνεταιρισμός χτίστηκε ως μια τοπική επιχείρηση με ένα ευρύ δίκτυο δεσμών και συνδέσεων με τους κατοίκους, αποφεύγοντας την έλλειψη εκπροσώπησης, την απογοήτευση, και την αποστασιοποίηση. Η αξία της τοπικής γνώσης συχνά υποτιμάται στις κοινοτικές εταιρικές σχέσεις. Ωστόσο, οι κοινότητες γνωρίζουν τι θα λειτουργήσει και τι δεν θα λειτουργήσει στις περιοχές και το πλαίσιό τους, γνωρίζουν τα υπάρχοντα κοινωνικά δίκτυα και τρόπους ενίσχυσής τους. Ως εκ τούτου, είναι πολύτιμες για τον σχεδιασμό, την υλοποίηση, την παρακολούθηση και τη λήψη των υπηρεσιών. Στο έργο Middleground, ο συνεταιρισμός αντιμετώπισε πολλαπλούς αποκλεισμούς αξιοποιώντας τοπικές δεξιότητες, παρέχοντας απασχόληση, διατηρώντας τον πλούτο στην κοινότητα και δίνοντας στους πολίτες μερίδιο τόσο στη δημιουργία όσο και στη χρήση μιας δημόσιας υπηρεσίας. Ο συνεταιρισμός και οι μέτοχοί του ήταν απαραίτητοι για την έναρξη του έργου (και τώρα στην παρακολούθηση και τη συντήρηση) και μπόρεσαν να έρθουν σε επαφή, μέσω τοπικών δικτύων, με περισσότερα από 50.000 άτομα που ενημέρωσαν για τον σχεδιασμό και την υλοποίηση του αιολικού πάρκου. 

Η αξία της τοπικής γνώσης συχνά υποτιμάται στις κοινοτικές εταιρικές σχέσεις. Ωστόσο, οι κοινότητες γνωρίζουν τι θα λειτουργήσει και τι δεν θα λειτουργήσει στις περιοχές και το πλαίσιό τους, γνωρίζουν τα υπάρχοντα κοινωνικά δίκτυα και τρόπους ενίσχυσής τους.

Οφέλη και προκλήσεις 

Ενώ οι εταιρικές σχέσεις υπό την καθοδήγηση της κοινότητας καθιστούν δυνατή τη γνήσια κοινοτική ισχύ και επιρροή στις εταιρικές σχέσεις αστικής βιωσιμότητας, εξακολουθούν να εγείρουν τουλάχιστον δύο ερωτήματα σχετικά με την ιδιωτικοποίηση του δημοσίου και την ποιότητα της δημοκρατικής διακυβέρνησης στην Ευρώπη. 

Το πρώτο ερώτημα αφορά το αν οι εταιρικές σχέσεις υπό την καθοδήγηση της κοινότητας και οι δημόσιες υπηρεσίες υπό την κυριότητα της κοινότητας επιλύουν το πρόβλημα της «αποκρατικοποίησης του κράτους» που έχει θολώσει τους ρόλους και τις ευθύνες των δημόσιων και ιδιωτικών παραγόντων. Θα μπορούσαν ή θα έπρεπε αυτοί οι τύποι εταιρικών σχέσεων να αντικαταστήσουν αυτό που θεωρούμε παραδοσιακές μορφές διακυβέρνησης; Εξακολουθούν να συνεπάγονται την ιδιωτικοποίηση αυτού που είναι, τελικά, μια δημόσια υπηρεσία που εξυπηρετεί μια κοινότητα μεγαλύτερη από αυτούς που συμμετέχουν στη διαχείρισή τους και που εισπράττουν τα έσοδα; Απαιτείται ένα ελάχιστο επίπεδο κρατικής υποστήριξης για την επιτυχή ανάπτυξή τους; Δεύτερον, λαμβάνοντας υπόψη τόσο τους 8500 μετόχους όσο και την ευρύτερη κοινότητα που μπορούν να προσεγγίσουν, σε ποια έκταση αυτή η εταιρική σχέση επιλύει ζητήματα συναινετικού σχεδιασμού, δημοκρατίας και εκπροσώπησης στην παροχή δημόσιων υπηρεσιών; 

Όπως το έθεσε ο Μπαν Κι Μουν (Ban Ki-Moon), οι συνεταιρισμοί «εναρμονίζονται καλύτερα με τις τοπικές ανάγκες και βρίσκονται σε καλύτερη θέση ώστε να λειτουργήσουν ως κινητήρες τοπικής ανάπτυξης». Πράγματι, οι συνεταιρισμοί συμβάλλουν στον περιορισμό της υπερβολικής, ολιγοπωλιακής ισχύος στην αγορά που μπορεί να καθορίσει υψηλότερες τιμές ή να προσφέρει προϊόντα χαμηλότερης ποιότητας. Μειώνουν την ασύμμετρη πληροφόρηση, προστατεύοντας τα μέλη του συνεταιρισμού που είναι επίσης καταναλωτές. Δίνοντας προτεραιότητα στις κοινωνικές και περιβαλλοντικές ανάγκες, μπορούν να αποδεχτούν χαμηλότερα κέρδη. Επιταχύνουν την υιοθέτηση της βιώσιμης ενέργειας παράγοντας εμπιστοσύνη και κατατοπιστική επικοινωνία. Η πολιτική οικονομολόγος και βραβευμένη με Νόμπελ Έλινορ Όστρομ (Elinor Ostrom) περιγράφει τους συνεταιρισμούς ως μία από τις καλύτερες λύσεις διακυβέρνησης για τη διαχείριση των κοινών αγαθών. Βοηθούν στον περιορισμό των παραδοσιακών προβλημάτων που συνδέονται με τη μονοπωλιακή, ιδιωτική ανάπτυξη και προάγουν τη συλλογική επιρροή στη διαχείριση των κοινών αγαθών σε αυτό που ονομάζεται «ενεργειακή δημοκρατία». Δεδομένων όλων αυτών των πλεονεκτημάτων, μπορεί κανείς να αναρωτηθεί γιατί οι συνεταιρισμοί δεν είναι πιο διαδεδομένοι. Η απάντηση οφείλεται κυρίως σε εμπόδια όπως η περιορισμένη πρόσβαση σε κεφάλαια και γη, οι ισχυροί μονοπωλιακούς ανταγωνιστές και οι δυσμενείς κυβερνητικές ρυθμίσεις. 

Θέτοντας τις ευρωπαϊκές κοινότητες στο επίκεντρο της ενεργειακής πολιτικής 

Η αστική βιωσιμότητα αποτελεί το κλειδί για τη συνολική βιώσιμη μετάβαση της Ευρώπης – και τα έργα αειφόρου ενέργειας υπό την καθοδήγηση και την κυριότητα της κοινότητας διαδραματίζουν κεντρικό ρόλο. Στις 25 Φεβρουαρίου 2015, η δέσμη μέτρων της Ενεργειακής Ένωσης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής οραματιζόταν μια Ενεργειακή Ένωση «με τους πολίτες στον πυρήνα της, όπου οι πολίτες θα αναλαμβάνουν την ευθύνη της ενεργειακής μετάβασης, θα επωφελούνται από τις νέες τεχνολογίες για να μειώσουν τους λογαριασμούς τους, θα συμμετέχουν ενεργά στην αγορά και όπου οι ευάλωτοι καταναλωτές προστατεύονται». 

Η Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία (ο οδικός χάρτης της Ευρώπης για τη μετάβαση σε μια βιώσιμη οικονομία) που προτάθηκε πρόσφατα τονίζει ότι «η ενεργός συμμετοχή του κοινού και η εμπιστοσύνη στη μετάβαση είναι υψίστης σημασίας για να λειτουργήσουν και να γίνουν αποδεκτές οι πολιτικές». Προτείνει μια Δέσμη μέτρων για την Καθαρή Ενέργεια για την υποστήριξη των κοινοτικών επενδύσεων και της ιδιοκτησίας της αειφόρου ενέργειας μέσω ανανεώσιμων ενεργειακών κοινοτήτων και ενεργειακών κοινοτήτων πολιτών. Η εμπειρία στις ευρωπαϊκές χώρες έχει δείξει ότι η ανάπτυξη των ενεργειακών συνεταιρισμών συμπίπτει με την ανάπτυξη προγραμμάτων στήριξης. Αυτό ήταν ξεκάθαρο στην αρχική και κρίσιμη υποστήριξη που έλαβε ο Συνεταιρισμός Middleground της Κοπεγχάγης από τον Οργανισμό Ενέργειας της Δανίας. Ως εκ τούτου, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα πρέπει να λάβει υπόψη τουλάχιστον τρία ζητήματα στο νομικό της πλαίσιο για να υποστηρίξει με τον καλύτερο τρόπο τις αειφόρου ενέργειας εταιρικές σχέσεις υπό την καθοδήγηση και την κυριότητα της κοινότητας. 

Πρώτον, οι κρατικές ενισχύσεις για την προστασία του περιβάλλοντος και οι κατευθυντήριες γραμμές για την ενέργεια θα πρέπει να αναγνωρίζουν τις ιδιαίτερες προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι ενεργειακές κοινότητες που δραστηριοποιούνται στις εθνικές αγορές ενέργειας, και να διασφαλίζουν ότι μπορούν να έχουν πρόσβαση σε προγράμματα υποστήριξης ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και ότι δεν βρίσκονται σε μειονεκτική θέση σε διαγωνισμούς και δημοπρασίες υπέρ των μεγαλύτερων εμπορικών φορέων της αγοράς. 

Δεύτερον, το επενδυτικό σχέδιο της Ε.Ε., InvestEU, θα πρέπει να δώσει προτεραιότητα στις τοπικές προσπάθειες που είναι υπό την καθοδήγηση της κοινότητας στη βιώσιμη μετάβαση και να αντιμετωπίσει τα σημαντικά οικονομικά εμπόδια για τη σύσταση αυτών των συνεταιρισμών. Η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων πρέπει να βρει καλύτερους τρόπους για να υποστηρίξει μικρότερα, αποκεντρωμένα έργα. 

Τρίτον, η νομοθεσία της Ε.Ε. για τις δημόσιες συμβάσεις θα πρέπει να περιλαμβάνει κριτήρια που να περιλαμβάνουν τη συμμετοχή των τοπικών πολιτών μέσω τέτοιων νέων οργανωτικών μορφών. 

Οι εταιρικές σχέσεις υπό την καθοδήγηση της κοινότητας και οι δημόσιες υπηρεσίες υπό την κυριότητα της κοινότητας έχουν δημιουργήσει μια θέση για τις κοινότητες στο όραμα για το πώς θα μπορούσε να μοιάζει μια βιώσιμη Ευρώπη. Στην ενεργειακή μετάβαση, είναι και θα είναι ιδιαίτερα σημαντικοί εταίροι. Η πορεία προς μια πράσινη Ε.Ε. απαιτεί να υπάρχουν μηχανισμοί για την υποστήριξή τους. Εάν η γεωπολιτική επιτροπή της Προέδρου της Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν (Ursula Von der Leyden) θέλει να ηγηθεί της κλιματικής αλλαγής και της βιωσιμότητας παγκοσμίως, θα πρέπει να ξεκινήσει πρωτοστατώντας στο εσωτερικό. 

Categories: H. Green News

Golden State Salmon Association calls on Feds to make 2023 a year of protecting salmon populations

Red, Green, and Blue - Thu, 01/05/2023 - 09:00

As the year 2022 drew to a close, a petition written by the Golden State Salmon Association (GSSA) and signed by 1500 Californians called on the National Marine Fisheries Service (NMFS) and US Fish and Wildlife Service (USFWS) heads to step in to protect Central Valley salmon populations. By Dan Bacher The petition was sent to […]

The post Golden State Salmon Association calls on Feds to make 2023 a year of protecting salmon populations appeared first on Red, Green, and Blue.

Categories: H. Green News

Οι στρατηγικές επιπτώσεις των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας 

Green European Journal - Thu, 01/05/2023 - 07:09

Για την Ε.Ε., το κίνητρο για τη μετάβαση στην καθαρή ενέργεια δεν είναι μόνο οικολογικό αλλά και γεωπολιτικό. Ο Ντάνιελ Σόλτεν (Daniel Scholten) αναλύει τις ανατροπές που μπορεί να αντιμετωπίσει η Ευρώπη στο δρόμο για την υλοποίηση του στόχου της να αποκτήσει θέση παγκόσμιου ηγέτη στον τομέα των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Ενώ η Πράσινη Συμφωνία της Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν (Ursula von der Leyen), Προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, μπορεί να είναι μια κίνηση προς τη σωστή κατεύθυνση, ένα συνεκτικό σχέδιο με πολιτική υποστήριξη κρίνεται ουσιαστικής σημασίας προκειμένου η Ε.Ε. να διαμορφώσει μια βιώσιμη και συντονισμένη πολιτική ενεργειακής ασφάλειας. 

Η Ευρωπαϊκή Ένωση αναγνωρίζει τα γεωπολιτικά οφέλη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και τα επιδιώκει ενεργά. Οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας δεν αποτελούν απλώς πολιτική προτεραιότητα για την Ευρωπαϊκή Επιτροπή υπό το πρίσμα της κλιματικής αλλαγής και της ρύπανσης, αλλά το δρόμο προς την ενεργειακή ασφάλεια, τη βιομηχανική ισχύ και την παγκόσμια σταθερότητα. 

Οι ίδιες οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας ωστόσο παρουσιάζουν στρατηγικές προκλήσεις. Στο εσωτερικό, εισάγει μια νέα ενεργειακή πολιτική με τη δυνατότητα να προκαλέσει προβλήματα μεταξύ των μελών της. Πώς θα πρέπει να είναι στο μέλλον το ολοκληρωμένο ενεργειακό σύστημα της Ευρώπης και πώς θα πρέπει να επιμεριστούν το κόστος και τα οφέλη; Ενώ η Ε.Ε. θέτει φιλόδοξους στόχους για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, δεν διαθέτει κανένα σχέδιο σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο θα πρέπει να λειτουργεί ένα ευρωπαϊκό ενεργειακό σύστημα στο μέλλον ή σχετικά με τη διαχείριση μιας μετάβασης πολλαπλών ταχυτήτων. Στο εξωτερικό, οι νέες αλυσίδες εφοδιασμού, η διασύνδεση υλικών, πηγών, τεχνολογιών παραγωγής και οδών διανομής θα συνεπάγονται νέες αβεβαιότητες, ενεργειακά σύνορα και εξαρτήσεις. Στο οικονομικό μέτωπο, οι θέσεις εργασίας και η ευημερία που υπόσχονται οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας εξαρτώνται από το αν η Ε.Ε. θα αναρριχηθεί στην κορυφή του ανταγωνισμού για την καθαρή τεχνολογία. 

Η γεωπολιτική των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας 

Οι γεωπολιτικές επιπτώσεις των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας έχουν τύχει αυξημένης προσοχής τα τελευταία χρόνια και οι μελετητές διακρίνουν τόσο τα οφέλη όσο και τα μειονεκτήματα της μετάβασης.  

Αφενός, η άφθονη και διαδεδομένη φύση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας επιτρέπει μεγαλύτερη εγχώρια παραγωγή, μειώνοντας την εξάρτηση από τις εισαγωγές και βελτιώνοντας τα εμπορικά ισοζύγια των σημερινών εισαγωγέων ορυκτών καυσίμων. Οι χώρες γίνονται κατ’ ουσίαν παραγωγοί-καταναλωτές, οι οποίοι αντιμετωπίζουν το δίλημμα «κατασκευή ή αγορά;» μεταξύ των φθηνών εισαγωγών και της εξασφάλισης της εγχώριας προσφοράς. Αυτό τους δίνει τη δυνατότητα να επιλέξουν αξιόπιστους εμπορικούς εταίρους τώρα που περισσότερες χώρες είναι παραγωγοί. Η ηλεκτρική ενέργεια είναι ο φορέας των περισσότερων ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Καθώς η ηλεκτρική ενέργεια χαρακτηρίζεται από απώλειες σε μεγάλες αποστάσεις, το εμπόριο ενέργειας είναι πιθανό να καταστεί πιο τοπικό. Κατά πάσα πιθανότητα θα εμφανίζονται λιγότερες εμπλοκές στη Μέση Ανατολή και ανησυχίες σχετικά με τα σημεία συμφόρησης στις μεταφορές, όπως η διώρυγα του Σουέζ, οι πορθμοί της Μαλάκα ή οι αγωγοί σε αναξιόπιστες χώρες διαμετακόμισης. Αντί για παγκόσμιες αλυσίδες εφοδιασμού, επιλογή πλέον αποτελούν οι κοινότητες εντός δικτύου (όπου οι χώρες διαχειρίζονται από κοινού ένα σύστημα ενέργειας με τους γείτονες τους). Ένας νέος κλάδος αναδύεται όσον αφορά τις καθαρές τεχνολογίες παραγωγής, τα συστήματα υποστήριξης και αποθήκευσης, την παροχή θέσεων εργασίας και τα έσοδα. Τέλος, οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας συμβάλλουν στην τοπική και παγκόσμια σταθερότητα. Σε τοπικό επίπεδο, η αποκεντρωμένη παραγωγή διευκολύνει την οικονομική ανάπτυξη και την πολιτική ενδυνάμωση. Σε παγκόσμιο επίπεδο, οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας μειώνουν τη ρύπανση και τις εκπομπές και, ως εκ τούτου, μειώνουν την πιθανότητα συγκρούσεων και μετανάστευσης. 

Από την άλλη πλευρά, οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας θα μπορούσαν να αυξήσουν τη κλαδική αντιπαλότητα μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της Κίνας και άλλων παιχτών καθαρής τεχνολογίας. Θα ανταγωνιστούν για παγκόσμια μερίδια αγοράς, πρόσβαση σε κρίσιμα υλικά και τεχνική τεχνογνωσία. Η μετάβαση εγείρει επίσης ανησυχίες στους σημερινούς εξαγωγείς ορυκτών καυσίμων σχετικά με τα εγκαταλελειμμένα περιουσιακά στοιχεία πετρελαίου και φυσικού αερίου και την πολιτική αστάθεια. Ένας άλλος παράγοντας είναι η περιοδικότητα της ηλιακής και αιολικής ενέργειας. Οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής προβληματίζονται από το γεγονός ότι δεν διαθέτουν όλες οι χώρες φθηνά μέσα αποθήκευσης, όπως αλπικές λίμνες, διασφαλίζοντας έτσι ότι η φθηνή ηλεκτρική ενέργεια είναι διαθέσιμη την κατάλληλη στιγμή. Η πολιτική για τα δίκτυα θα αντικαταστήσει την πολιτική για τους αγωγούς, καθώς η ιδιοκτησία των γραμμών διασύνδεσης αποκτά ολοένα και μεγαλύτερη στρατηγική σημασία για τον έλεγχο των ροών και για την προστασία των εγχώριων αγορών. Ακόμη και αν το τελικό αποτέλεσμα της ενεργειακής μετάβασης υπόσχεται οφέλη, η διαδικασία εμπεριέχει πολλές αβεβαιότητες, καθώς οι χώρες προσαρμόζουν τις υποδομές τους και αλλάζουν εμπορικούς εταίρους. 

Η ενεργειακή πολιτική της Ε.Ε. και τα οφέλη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας 

Η Ε.Ε. επιθυμεί να είναι παγκόσμιος ηγέτης στον τομέα των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Στους στόχους της αναφέρεται ότι, έως το 2030, το 32% του ενεργειακού μείγματος της Ε.Ε. θα πρέπει να προέρχεται από ανανεώσιμες πηγές. Έχει επίσης προωθήσει τον κλάδο των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας ως μέρος του πλαισίου πολιτικής της για την ενέργεια και το κλίμα, με τη στρατηγική του «Καθαρού πλανήτη για όλους» που αποσκοπεί σε μια κλιματικά ουδέτερη Ε.Ε. έως το 2050. 

Τέτοια μέτρα δεν αποτελούν αυτοσκοπό · είναι περίπλοκα συνυφασμένα με τους στρατηγικούς στόχους της Ε.Ε. Στη στρατηγική της για την ενεργειακή ασφάλεια του 2014 και στη δέσμη μέτρων της για την Ενεργειακή Ένωση του 2015, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή απευθύνει έκκληση για ασφαλή, ανταγωνιστική και βιώσιμη ενέργεια στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η Ενεργειακή Ένωση καλύπτει πέντε βασικούς τομείς. Ο πρώτος αφορά την ασφάλεια, την αλληλεγγύη και την εμπιστοσύνη. Ζητά τη διαφοροποίηση της προέλευσης, των πηγών και των οδών, καθώς και την ενίσχυση των μηχανισμών έκτακτης ανάγκης και αλληλεγγύης και των υποδομών ζωτικής σημασίας (ικανότητα αποθήκευσης, σχέδια έκτακτης ανάγκης και ικανότητα ανακατεύθυνσης των ροών ενέργειας), καθώς και τη συνεργασία για μια κοινή εξωτερική φωνή. Ο δεύτερος αποσκοπεί σε μια πλήρως ολοκληρωμένη εσωτερική αγορά που εγγυάται την ελεύθερη ροή ενέργειας μέσω επαρκών υποδομών χωρίς τεχνικά και ρυθμιστικά εμπόδια. Ο τρίτος είναι η ενεργειακή απόδοση, συμπεριλαμβανομένης τόσο της συγκράτησης της ζήτησης όσο και της παραγωγής και διανομής με λιγότερα απόβλητα. Περισσότερα αποτελέσματα με λιγότερα μέσα συνεπάγεται λιγότερες εισαγωγές και καλύτερα εμπορικά ισοζύγια. Ο τέταρτος αφορά τη δράση για το κλίμα και την απαλλαγή της οικονομίας από τις ανθρακούχες εκπομπές, συνδέεται στενά με τη συμφωνία του Παρισιού και τη φιλοδοξία της Ε.Ε. για ηγετική θέση στον τομέα του κλίματος. Τέλος, η Ενεργειακή Ένωση καλεί για έρευνα, καινοτομία και ανταγωνιστικότητα με στόχο τη στήριξη των νέων τεχνολογιών και τη δημιουργία θέσεων εργασίας και εσόδων. 

Οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας αντιπροσωπεύουν την πορεία που επέλεξε η Ε.Ε. για να διαφοροποιηθεί από το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο, να βελτιώσει την ενεργειακή ασφάλεια και να αποδεσμευτεί από τους παλαιούς δεσμούς ώστε να συνάψει νέες εμπορικές σχέσεις από μια ηγετική θέση στον κλάδο. Όσον αφορά την ήπια ισχύ, η εξάπλωση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας αναμένεται να στηρίξει τους ισχυρισμούς περί πολιτικής ηγεσίας στις κλιματικές υποθέσεις και επιρροής σε άλλους τομείς. Αλλά τα οφέλη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας δεν θα υλοποιηθούν από μόνα τους. Η Ε.Ε. πρέπει ακόμη να ξεπεράσει μια σειρά εμποδίων, τόσο στο εσωτερικό της όσο και στο εξωτερικό.  

Προκλήσεις στο εσωτερικό της Ε.Ε. 

Η ενσωμάτωση των συστημάτων ανανεώσιμων πηγών ενέργειας μοιάζει με μια στρατηγική χωρίς στόχο. Η εισαγωγή ανανεώσιμων πηγών στα υπάρχοντα ενεργειακά συστήματα απαιτεί μεγάλη προσπάθεια και συντονισμό μεταξύ των κρατών μελών προκειμένου να αποφευχθούν οι διακοπές ρεύματος και να αξιοποιηθούν στο έπακρο τα φυσικά πλεονεκτήματα που απολαμβάνουν οι διάφορες χώρες. Ωστόσο, στην παρούσα μορφή της, η Ε.Ε. δεν είναι σαφής σχετικά με το ποια μορφή θα πρέπει να έχει το ευρωπαϊκό ενεργειακό σύστημα μετά τη μετάβαση. Κρίσιμα ερωτήματα παραμένουν αναπάντητα. Ποιες (ανανεώσιμες) πηγές ενέργειας θα πρέπει να χρησιμοποιούνται για την ηλεκτρική ενέργεια, τη θέρμανση και την κινητικότητα και πού θα παράγονται; Ποιος θα είναι ο ιδανικός συνδυασμός ηλεκτρικής ενέργειας και αερίων (όπως το φυσικό αέριο ή το υδρογόνο) για ένα ισχυρό ενεργειακό σύστημα; Πόση ζήτηση θα καλυφθεί μέσω της αποκεντρωμένης παραγωγής και των μικροδικτύων και πόση ικανότητα διασύνδεσης υψηλής τάσης χρειαζόμαστε; Πώς και πού θα αποθηκεύεται η ενέργεια; Ποιος πρέπει να χειρίζεται ποια μέρη του συστήματος; Ενώ η Ε.Ε. αποφασίζει για τους στόχους ανανεώσιμης ενέργειας όπως το 32 τοις εκατό μέχρι το 2030, η υλοποίηση τους επαφίεται στα κράτη μέλη. Από ευρωπαϊκή σκοπιά, ουσιαστικά επιδιώκεται μια διαδικασία στο άγνωστο, καθώς κάθε χώρα έχει τις δικές της πολιτικές προτεραιότητες και ενεργειακές προτιμήσεις. 

Αυτή η έλλειψη σαφούς προορισμού έχει τρεις επιζήμιες συνέπειες. Πρώτον, υπάρχει κίνδυνος περιττών δαπανών για πλεονάζουσα παραγωγική ικανότητα. Γιατί να δημιουργήσουμε πλεονάζουσες δυνατότητες αποθήκευσης ή μόνιμα αποθέματα εάν η διασύνδεση θα μπορούσε να είναι εξίσου αποτελεσματική; Δεύτερον, η ενεργειακή ασφάλεια της Ε.Ε. επωφελείται από τον συντονισμό μεταξύ των προσπαθειών στον τομέα των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Για παράδειγμα, ενώ η ταχύτατη στροφή όλων των χωρών προς τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας να ωφελεί το κλίμα, όσον αφορά τη σταθερότητα του δικτύου μπορεί να είναι ασφαλέστερο, εάν ορισμένες χώρες διατηρήσουν προς το παρόν σημαντική ποσότητα ορυκτών καυσίμων ώστε να αντιμετωπιστούν τυχόν διακοπές αλλού. Διαλείπουσες επιπτώσεις έχουν ήδη παρουσιαστεί σε διασυνοριακό επίπεδο, οδηγώντας σε διαφωνίες και οι χώρες μετατοπίζουν τη φάση ώστε να προβλέψουν ανεπιθύμητες διακυμάνσεις. Τρίτον, χωρίς σχέδιο, απουσιάζει η θεώρηση σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο οι αλυσίδες εφοδιασμού θα αλλάξουν κατά τη διάρκεια της ενεργειακής μετάβασης. 

Όσον αφορά την ήπια ισχύ, η εξάπλωση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας αυξάνεται να στηρίξει τους ισχυρούς για την πολιτική ηγεσία στις κλιματικές υποθέσεις και επιρροές σε άλλους τομείς.

Είναι απίθανο ότι τα οφέλη της ανανεώσιμης ενέργειας θα κατανεμηθούν εξίσου μεταξύ των κρατών μελών της Ε.Ε. Η απλή επιδίωξη μιας ρυθμιζόμενης εσωτερικής αγοράς μπορεί να είναι ανεπαρκής για την αντιμετώπιση των πολιτικών προκλήσεων όσον αφορά την εύρυθμη λειτουργία της ίδιας αγοράς. Υπό το πρίσμα αυτό, η ευρωπαϊκή ενεργειακή ασφάλεια επηρεάζεται από τις διαφορετικές ταχύτητες με τις οποίες εξελίσσεται η ενεργειακή μετάβαση μεταξύ των κρατών μελών της Ε.Ε. Εν ολίγοις, οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας θεωρούνται ως αμοιβαία επωφελείς στη Δύση και ως μονομερώς επωφελείς στην Ανατολή. Ενώ για τις χώρες της Δυτικής Ευρώπης, οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας αντιπροσωπεύουν πολιτική ανεξαρτησία και βιομηχανικές ευκαιρίες, οι χώρες της Ανατολικής Ευρώπης αξιοποιούν το δυναμικό τους όσον αφορά την ασφάλεια του εφοδιασμού, αλλά ανησυχούν για το εργατικό δυναμικό τους στη βιομηχανία ορυκτών καυσίμων και τις τιμές της ηλεκτρικής ενέργειας. Οι διαφορές αυτές αντικατοπτρίζουν αποκλίνοντα εθνικά συμφέροντα ενεργειακής ασφάλειας και οδηγούν σε διαφορετικές πολιτικές στρατηγικές. Η εξέλιξη αυτή θα μπορούσε να υπονομεύσει τις ενεργειακές σχέσεις μεταξύ των χωρών της Ε.Ε., την ευρωπαϊκή ενεργειακή ασφάλεια και την Ενεργειακή Ένωση. Οι χώρες θα ελέγχουν τις διασυνοριακές ροές ενέργειας για την εξυπηρέτηση των εθνικών τους συμφερόντων και όχι των ευρωπαϊκών, για παράδειγμα, εμποδίζοντας τις ροές για την προστασία των εγχώριων αγορών από τη φθηνή ηλεκτρική ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές. Οι διαφορές αυτές θα εμποδίσουν τη δημιουργία κοινής φωνής προς τα έξω σε ενεργειακά θέματα και θα αφήσουν την Ε.Ε. ανοικτή σε τακτικές διαίρει και βασίλευε από μεριάς της Ρωσίας, της Κίνας και των Η.Π.Α. Το γεγονός ότι τα οφέλη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας δεν κατανέμονται πιο ομοιόμορφα μεταξύ των μελών της Ε.Ε. θα συνεχίζει να δρα ως εκτεθειμένη αχίλλειος πτέρνα. 

Η κεντρική θέση της Γερμανίας στις ενεργειακές ροές και αγορές της Ε.Ε. είναι ένα άλλο πολιτικό ζήτημα. Καθώς βρίσκεται στην καρδιά της Ευρώπης, οι περισσότερες ενεργειακές ροές Βορρά-Νότου και Ανατολής-Δύσης διασχίζουν τα σύνορα της. Λαμβανομένης υπόψη της γερμανικής οικονομικής και πολιτικής κυριαρχίας, τίθεται το ερώτημα κατά πόσον αυτό είναι επιθυμητό για την Ε.Ε. στο σύνολο της. Ένα ευρωπαϊκό ενεργειακό σύστημα δεν θα ήταν πιο ανθεκτικό, εάν η νέα ικανότητα διασύνδεσης στόχευε σε διαδρομές από τη δύση προς την ανατολή τόσο μέσω της Σκανδιναβίας και νότια των Άλπεων, όσο και από το βορρά προς το νότο μέσω της Γαλλίας και των Κάτω Χωρών και μέσω της Ομάδας Βίσεγκραντ; 

Στρατηγικοί προβληματισμοί στο εξωτερικό 

Όσον αφορά το εξωτερικό, η Ε.Ε. πρέπει να επαναξιολογήσει τα ενεργειακά της σύνορα. Σήμερα το εμπόριο ενέργειας διεξάγεται με τη Ρωσία, τη Νορβηγία, τη Μέση Ανατολή και την Αφρική, με σημαντικές οδούς διαμετακόμισης στην Ουκρανία και την Τουρκία. Ως εκ τούτου, η πολιτική γειτονίας της Ε.Ε. είναι η πλέον κατάλληλη για τον χειρισμό της ενέργειας. Με τη μετάβαση σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, η περισσότερη εγχώρια (και τοπική) παραγωγή, ο ηλεκτρικός χαρακτήρας των μεταφορών και η ανάγκη για κρίσιμα υλικά καθαρής τεχνολογίας θα μεταβάλλουν τις σχέσεις της Ε.Ε. με αυτές τις χώρες. Πιο ουσιαστικά, το ερώτημα είναι ποιες νέες ενεργειακές σχέσεις θα αντικαταστήσουν τις παλιές; Ποιες χώρες θα διαδραματίσουν καθοριστικό ρόλο στις μελλοντικές ενεργειακές ανάγκες της Ευρώπης; Δεδομένου ότι η Ε.Ε. δεν διαθέτει συστημικό σχέδιο ή θεώρηση σχετικά με τις μελλοντικές αλυσίδες εφοδιασμού, ακόμη και αν ορισμένες χώρες διαθέτουν στρατηγικές για τα κρίσιμα υλικά, είναι δύσκολο να προβλεφθούν τα νέα ενεργειακά σύνορα και οι εταίροι της Ευρώπης. Επιπλέον, δεν πρόκειται μόνο για τις ανάγκες της Ευρώπης. Ένα ανοικτό ερώτημα παραμένει και ο τρόπος με τον οποίο οι υπόλοιπες χώρες αντιλαμβάνονται την ενεργειακή μετάβαση. Θα κατορθώσουν χώρες όπως η Κίνα και οι Η.Π.Α. να αποκτήσουν μεγαλύτερη πρόσβαση στους πιθανούς μελλοντικούς εμπορικούς εταίρους της Ευρώπης; Η κατανόηση των μελλοντικών αναγκών και της πορείας άλλων χωρών, πρωτίστως της Ρωσίας και των εξαγωγέων της Μέσης Ανατολής, θα βοηθήσει στη διαχείριση των ανησυχιών και των προσδοκιών και στην ανάπτυξη εναλλακτικών έργων με εταίρους όπως η Ουκρανία, η Τουρκία, η Ανατολική Μεσόγειος και η Βόρεια Αφρική. 

Υπό το πρίσμα αυτό, ακόμη και χωρίς ένα σχέδιο των μελλοντικών αλυσίδων εφοδιασμού, μπορούμε να προβλέψουμε τέσσερις στρατηγικές ανοικτές σε κατηγορίες χωρών για την αντιμετώπιση των διαφοροποιημένων επιπτώσεων της ενεργειακής μετάβασης. Πρώτον, ένας μικρός αριθμός των σημερινών καθαρών εισαγωγέων ορυκτών καυσίμων θα μπορούσε να γίνει δυνητικός ηγέτης στον τομέα της καθαρής τεχνολογίας. Πρόκειται ουσιαστικά για την Ε.Ε. και τους κλαδικούς ανταγωνιστές της, όπως η Κίνα και οι Ηνωμένες Πολιτείες. Θα απαιτηθεί από την Ε.Ε. η στήριξη της βιομηχανικής πολιτικής προκειμένου να ανταγωνιστεί άλλες μεγάλες δυνάμεις, όπως και οι επενδύσεις στις σχέσεις τόσο με τους προμηθευτές υλικών όσο και με τις προσοδοφόρες εξαγωγικές αγορές. Δεύτερον, οι περισσότερες χώρες που είναι σήμερα καθαροί εισαγωγείς ορυκτών καυσίμων δεν θα γίνουν ηγέτες στον τομέα των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Αντιθέτως, οι χώρες αυτές θα καταστούν ενδιαφέρουσες εξαγωγικές αγορές για την Ε.Ε., για τις οποίες θα προκύψει κλαδική αντιπαλότητα. Στόχος θα πρέπει να είναι να πεισθούν οι χώρες αυτές να υιοθετήσουν τις τεχνολογίες και τα πρότυπα υποδομών της Ε.Ε. ώστε να εξασφαλιστούν μακροπρόθεσμες σχέσεις. Τρίτον, ορισμένοι σημερινοί εξαγωγείς ορυκτών καυσίμων θα κατορθώσουν να διαφοροποιήσουν την οικονομία τους, ενδεχομένως μέσω ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Η Σαουδική Αραβία είναι ένα πιθανό παράδειγμα. Για την Ε.Ε., οι χώρες αυτές αντιπροσωπεύουν συνεχιζόμενες αλλά μεταβαλλόμενες σχέσεις. Ο στόχος εδώ είναι να διατηρηθούν καλές σχέσεις αντιμετωπίζοντας αυτή τη μετάβαση από κοινού, με συντονισμένο τρόπο. Η προσέγγιση αυτή θα συμβάλει επίσης στη διατήρηση απόστασης από τους κλαδικούς ανταγωνιστές. Τέλος, ορισμένοι σημερινοί εξαγωγείς ορυκτών καυσίμων θα γίνουν εισαγωγείς (τεχνολογίας) ανανεώσιμης ενέργειας. Οι χώρες αυτές είναι πιθανό να αντιμετωπίσουν πολιτικές αναταραχές εάν εξαφανιστεί η κύρια πηγή εισοδήματος τους. Είναι επίσης πιθανό να επιλέξουν τις φθηνότερες εισαγωγές καθαρής τεχνολογίας. Για την Ε.Ε., οι χώρες αυτές θα χάσουν τη σημασία τους, αλλά μπορεί να χρειαστεί προσοχή εάν βρίσκονται στα σύνορα της Ευρώπης και παρουσιαστεί αστάθεια. Στην ουσία, η Ε.Ε. θα πρέπει να υποβαθμίσει με χάρη τις τρέχουσες σχέσεις, ενδεχομένως μετατοπίζοντας τη συνεργασία σε άλλους τομείς. 

Τα αναμενόμενα οικονομικά οφέλη από τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας εξαρτώνται από το αν η Ε.Ε. θα αναδυθεί ισχυρότερη στον ανταγωνισμό για την καθαρή τεχνολογία. Η Ε.Ε. επιθυμεί την παγκόσμια βιομηχανική υπεροχή και προωθεί τις βιομηχανίες ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, ωστόσο ακολουθεί μια πολύ οικονομική πορεία σε έναν κόσμο που είναι όλο και πιο πολυπολικός και κατακερματισμένος, δηλαδή πολιτικός. Η ανταγωνιστική βιομηχανία και η εστίαση στην πνευματική ιδιοκτησία ενδέχεται να μην επαρκούν για τη διασφάλιση της πρόσβασης σε ξένες αγορές και κρίσιμες εισροές. Μια ευρωπαϊκή και κινεζική πρωτοβουλία πολλαπλών ταχυτήτων, όπως η πρωτοβουλία 16+1 για την προώθηση της συνεργασίας με τις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, σημαίνει ότι η Ε.Ε. αντιμετωπίζει προκλήσεις στην εγχώρια αγορά της, μειώνοντας το δυναμικό για οικονομίες κλίμακας, βιομηχανική ανάπτυξη και παγκόσμια ανταγωνιστικότητα. Η Ε.Ε. καλά θα κάνει να αναπτύξει σύντομα μια στρατηγική για την Ανατολική Ευρώπη και το εγγύς εξωτερικό της. Η ενσωμάτωση σε μια ενεργειακή υποδομή που κυριαρχείται από τεχνολογίες και πρότυπα της Ε.Ε. θα καθιστούσε την εκεί πώληση των τεχνολογιών δυσκολότερη για τους ανταγωνιστές στο μέλλον. Με πολλούς τρόπους, η Ε.Ε. θα πρέπει να προσεγγίσει το θέμα αυτό όχι ως πώληση τεχνολογιών παραγωγής ή αγορά αφρικανικής ηλιακής ηλεκτρικής ενέργειας, αλλά ως δέσμη μέτρων: συνεργασία για τις ενεργειακές πηγές, τα κρίσιμα υλικά, τις τεχνολογίες παραγωγής, τα μέσα διανομής και τα μέσα αποθήκευσης που παρέχονται στο πλαίσιο μιας σχέσης που συνδυάζει την ενέργεια, τις υποδομές και τη βιομηχανική πολιτική. Αυτή η προσέγγιση θα είναι σαν να συνδέει η Κίνα την πρωτοβουλία «Μία Ζώνη – Ένας Δρόμος» με τις προσπάθειες που καταβάλλει η όλη ηλεκτρική κοινωνία με επίκεντρο τις τεχνολογικές αλυσίδες συσσωρευτών, και θα σημαίνει επανεξέταση των νέων ενεργειακών συνόρων της Ευρώπης για τη στήριξη της βιομηχανικής στρατηγικής, όπου αυτό είναι δυνατό. 

Πώς θα επιτευχθεί 

Ο διάσημος Πρώσος στρατιωτικός θεωρητικός Καρλ φον Κλάουζεβιτς (Carl von Clausewitz) έκανε μια σημαντική διάκριση μεταξύ στόχων, στρατηγικών και τακτικών: «Οι τακτικές είναι η χρήση ενόπλων δυνάμεων σε μια συγκεκριμένη μάχη, ενώ η στρατηγική είναι το δόγμα της χρήσης μεμονωμένων μαχών για τους σκοπούς του πολέμου». Όπως παραφράστηκε από τον Γουίλι Πίτερσεν (Willie Pietersen), στρατηγική σημαίνει να διαλέγεις τις σωστές μάχες. Οι τακτικές έχουν να κάνουν με την επιτυχή εκτέλεση αυτών των μαχών. Ο στόχος, τέλος, θα ήταν να κερδηθεί ο πόλεμος, ο οποίος συχνά ορίζεται με συγκεκριμένο τρόπο, όπως η άνευ όρων παράδοση ή η απόσυρση των ξένων στρατευμάτων. Φαίνεται ότι η προσέγγιση της Ε.Ε. στην ενεργειακή μετάβαση μοιάζει με στρατηγική (και τακτική) χωρίς στόχο. Η Ε.Ε. μάχεται σε όλα τα μέτωπα, αλλά στερείται συνεκτικής στρατηγικής ή σαφούς στόχου για το ποια μορφή θα έχει το μελλοντικό ενεργειακό της σύστημα. Για μια συντονισμένη πολιτική ενεργειακής ασφάλειας που μπορεί να στηρίξει τις βιομηχανικές φιλοδοξίες της Ευρώπης, είναι απαραίτητο να υπάρχει ένα σχέδιο με πολιτική υποστήριξη. 

Η ανάπτυξη μιας τέτοιας στρατηγικής φαίνεται ουτοπική, δεδομένης της εντολής της Ε.Ε. και της εξουσίας των κρατών μελών επί της ενεργειακής πολιτικής τους. Μια πολύ πιο ρεαλιστική προσδοκία είναι η σύγχυση μεταξύ των σημερινών γραμμών. Ωστόσο, η Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία που αναπτύσσεται από την Πρόεδρο της Επιτροπής Ursula von der Leyen φαίνεται να ωθεί τα πράγματα προς τη σωστή κατεύθυνση. Προτείνει πιο φιλόδοξους στόχους εκπομπών για το 2030, νέους φόρους άνθρακα και εκπομπών και ένα βιώσιμο επενδυτικό σχέδιο για τη στήριξη της πράσινης καινοτομίας. Είναι επίσης σημαντικό ότι αναγνωρίζει την ανάγκη για ένα Ταμείο Δίκαιης Μετάβασης που θα βοηθήσει τις χώρες να απομακρυνθούν από τον άνθρακα και να επανεκπαιδεύσουν τους εργαζομένους. Ας ελπίσουμε ότι αυτό το ταμείο θα μπορέσει να ξεπεράσει τις εγγενείς διαφορές μεταξύ των προτεραιοτήτων των κρατών μελών στον τομέα της ενεργειακής ασφάλειας και να προετοιμάσει το έδαφος για πραγματική συνεργασία στον τομέα των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. 

Categories: H. Green News

Πυρηνική ενέργεια: Και πάλι υπό εξέταση; 

Green European Journal - Thu, 01/05/2023 - 06:33

Καθώς ο πόλεμος μαίνεται ακριβώς πέρα​απ’ τα σύνορα, αρχίζουν να διαφαίνονται ρωγμές στη συζήτηση για την πυρηνική ενέργεια στην Ευρώπη. Ενώ η Γαλλία εξετάζει εκτενώς την πυρηνική ενέργεια ως εναλλακτική πηγή ενέργειας υπό τον Μακρόν, ο συνασπισμός «φανάρι» της Γερμανίας βρίσκεται σε μια δύσκολη θέση μεταξύ του να ακολουθήσει μια σταδιακή κατάργηση των πυρηνικών που έχει εγκρίνει ο γερμανικός λαός, να απογαλακτιστεί από το ρωσικό φυσικό αέριο και να επιτύχει τους κλιματικούς στόχους. Εν τω μεταξύ, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εμμένει στη στάση της για την πυρηνική ενέργεια ως πράσινη ενέργεια. 

Στις 31 Δεκεμβρίου 2021, δύο ώρες πριν την έλευση του νέου έτους, η Επιτροπή της Ε.Ε. έστειλε ένα ισχυρό μήνυμα στα 27 κράτη μέλη: η πυρηνική ενέργεια και το φυσικό αέριο θα θεωρούνται καύσιμα πράσινης μετάβασης. Αν και το περιεχόμενο του μηνύματος δεν ήταν έκπληξη, η χρονική στιγμή ήταν. Με αυτόν τον προτεινόμενο κανονισμό για την Ταξινομία της Ε.Ε., οι Βρυξέλλες θεσμοποίησαν μια άτυπη συμφωνία μεταξύ του Γερμανού Καγκελαρίου Όλαφ Σολτς (Olaf Scholz) και του Γάλλου Προέδρου Εμμανουέλ Μακρόν (Emmanuel Macron). Από τη μία πλευρά, ενίσχυσε τα σχέδια της γερμανικής κυβέρνησης να χρησιμοποιήσει το φυσικό αέριο για τουλάχιστον άλλη μια δεκαετία ως ενεργειακή γέφυρα στο δρόμο της προς την κλιματική ουδετερότητα. Από την άλλη πλευρά, στήριξε τις προσπάθειες της Γαλλίας να βασίζεται στην πυρηνική ενέργεια ως ενέργεια χωρίς CO2 στο μέλλον.   

Στο τέλος του 2021, τρεις πυρηνικοί αντιδραστήρες βγήκαν εκτός δικτύου στη Γερμανία. Μέχρι το τέλος του τρέχοντος έτους θα κλείσουν και οι τρεις τελευταίοι πυρηνικοί σταθμοί παραγωγής ενέργειας. Επίκειται το τέλος της πυρηνικής εποχής της χώρας – μια απόφαση που υποστηρίζεται από το ευρέως διαδεδομένο αντιπυρηνικό αίσθημα στη γερμανική κοινωνία. Παρά το γεγονός ότι συμφώνησαν τελικά με την κυβερνητική θέση, οι Πράσινοι υπουργοί δεν έκρυψαν τον σκεπτικισμό τους. «Ο κανονισμός αφορά τη δημιουργία μιας αγοράς χρηματοπιστωτικών επενδύσεων και τον χαρακτηρισμό της ως πράσινης και βιώσιμης – και αυτές οι ετικέτες είναι παραπλανητικές», δήλωσε ο Γερμανός αντικαγκελάριος και υπουργός Οικονομίας Ρόμπερτ Χάμπεκ (Robert Habeck).   

Οι λόγοι για τις αντικρουόμενες θέσεις των δύο ισχυρότερων οικονομιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι ιστορικοί και κοινωνικοί. Στο πλαίσιο του πολέμου, είναι σαφές ότι η ενεργειακή τους πολιτική έχει γεωπολιτικές συνέπειες για την Ευρώπη ως σύνολο.   

Δικαιολογώντας την πυρηνική ενέργεια ως μέσο για την επίτευξη ενός σκοπού  

Παρά την πυροδότηση διχασμών, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εμμένει στο σκεπτικό της ότι η πυρηνική ενέργεια και το φυσικό αέριο μπορούν να βοηθήσουν την Ευρώπη στην πορεία να καταστεί ουδέτερη ως προς τον άνθρακα έως το 2050. Όταν η Επιτροπή ενέκρινε τη νομοθεσία στις αρχές Φεβρουαρίου, η Επίτροπος Οικονομικών Μέιριντ Μακγκίνες (Mairead McGuiness) το έθεσε ως εξής: «Μπορεί να μην είναι τέλεια. Αλλά είναι μια πραγματική λύση.»   

Σύμφωνα με τον κανονισμό, η ταξινόμηση της πυρηνικής ενέργειας υπόκειται σε προϋποθέσεις: οι νέοι πυρηνoηλεκτρικοί σταθμοί πρέπει να είναι σε θέση να παρουσιάσουν ένα σχέδιο για τη διαχείριση των ραδιενεργών αποβλήτων από το 2050 το αργότερο. Μέχρι τότε, ο Μακρόν σχεδιάζει να συνδέσει αρκετούς πυρηνικούς αντιδραστήρες στο δίκτυο στη Γαλλία.   

Ακόμα κι αν οι αντιδραστήρες είναι σχεδόν χωρίς άνθρακα μόλις κατασκευαστούν, η εγκατάστασή τους είναι ενεργοβόρα. Επιπλέον, η πυρηνική ενέργεια μειώνει τα κίνητρα για μεγάλες επενδύσεις σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.  

Ο Στέφαν Βένζελ (Stefan Wenzel) υποστηρίζει αυτήν την άποψη εδώ και χρόνια. Ως Γερμανός βουλευτής με αρμοδιότητα τις ευρωπαϊκές υποθέσεις, βρίσκεται επίσης τακτικά στο Παρίσι, όπου συναντά Γάλλους συναδέλφους του. Το μέλος των Πρασίνων στη Γερμανική Ομοσπονδιακή Βουλή επικρίνει την απόφαση της Επιτροπής: «Η αρχική ιδέα της ταξινομίας καταστρέφεται. Ο πραγματικός στόχος έχει χαθεί.» Στόχος της ταξινομίας, λέει, είναι να δώσει στους επενδυτές και στους ιδιώτες έναν προσανατολισμό σχετικά με τα βιώσιμα ομόλογα στα οποία μπορούν να επενδύσουν. Ο Βένζελ δεν πιστεύει ότι οι βιώσιμοι επενδυτές θα στραφούν τώρα από τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας στην πυρηνική ενέργεια: «Η απόφαση δεν θα οδηγήσει στη ροή ιδιωτικών χρημάτων στην πυρηνική ενέργεια γιατί είναι απλώς εξαιρετικά ασύμφορη.» Οι ειδικοί εκτιμούν ότι οι αποδόσεις των επενδύσεων σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας είναι σημαντικά υψηλότερες.   

Στο πλαίσιο του πολέμου, είναι σαφές ότι η ενεργειακή τους πολιτική έχει γεωπολιτικές συνέπειες για την Ευρώπη ως σύνολο.   

Μια διχασμένη ένωση 

Η Γερμανία, η Αυστρία, η Ιταλία, η Ισπανία και η Πορτογαλία έχουν εκφράσει ανοιχτά την αντίθεσή τους στην πυρηνική ενέργεια εδώ και χρόνια. Αλλά η αντίθεσή τους φαίνεται ελάχιστα αξιόπιστη όταν αποτελούν τους μεγαλύτερους ωφελούμενους από την προνομιακή θέση του φυσικού αερίου. Επιπλέον, αυτές οι χώρες θα χρειάζονταν πλειοψηφία στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή τουλάχιστον 20 κράτη μέλη στο πλευρό τους. Για χώρες της Ανατολικής Ευρώπης όπως η Βουλγαρία, η Πολωνία, η Ρουμανία και η Σλοβακία, η πυρηνική ενέργεια μοιάζει αξιόπιστη επιχειρηματική πρόταση, προσελκύει μακροπρόθεσμες επενδύσεις και υπόσχεται μακροπρόθεσμες επενδύσεις σε χώρες της Βαλτικής και χώρες της Ανατολικής Ευρώπης – όπως η Βουλγαρία, η Πολωνία, Ρουμανία και Σλοβακία.  

Η πυρηνική ενέργεια της Γαλλίας άνθισε τη δεκαετία του 1980, ως αποτέλεσμα σημαντικών κρατικών επενδύσεων ως απάντηση στις πετρελαϊκές κρίσεις της δεκαετίας του 1970. Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια σχεδόν οι μισοί από το σύνολο των αντιδραστήρων πλησιάζουν στο τέλος του κύκλου ζωής τους, ενώ ορισμένοι φαίνεται να παρουσιάζουν δυσλειτουργίες. Δύο εβδομάδες πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, ο Μακρόν επισκέφθηκε την εταιρεία κατασκευής στροβίλων Alstom στο Μπέλφορτ. Μπροστά σε εκατοντάδες εργάτες της με μπλε πανωφόρια, ο Μακρόν ισχυρίστηκε ότι αυτοί οι στρόβιλοι για πυρηνικούς αντιδραστήρες βοηθούσαν «το ενεργειακό πεπρωμένο της Γαλλίας». Η ρητορική του λανσάρει αυτόν τον τομέα ως σημαντικό για τις εθνικές και παγκόσμιες αγορές.   

Ο Μακρόν σχεδιάζει να κατασκευάσει έξι νέους πυρηνοηλεκτρικούς σταθμούς. Ο όμιλος EDF υπέβαλε πρόταση στο κράτος να τους κατασκευάσει για περίπου 50 δισεκατομμύρια ευρώ. Σε ένα δεύτερο στάδιο, θα μπορούσαν να κατασκευαστούν έως και οκτώ ακόμη πυρηνοηλεκτρικούς σταθμούς, ανάλογα με τη ζήτηση. Τον περασμένο Νοέμβριο, ο Μακρόν έβαλε επίσης στο παιχνίδι τους μικρούς σπονδυλωτούς αντιδραστήρες. Αυτοί οι αντιδραστήρες έχουν το μέγεθος ενός γηπέδου ποδοσφαίρου, η παραγωγής τους είναι σημαντικά μικρότερη από τους συμβατικούς σταθμούς, αλλά είναι πιο συμπαγείς και πιο φιλικοί στο φυσικό τοπίο. Παρά τις προειδοποιήσεις ότι οι προβλέψεις για τα οικονομικά οφέλη τέτοιων αντιδραστήρων μπορεί να είναι υπερβολικά αισιόδοξες, στο επενδυτικό πρόγραμμα του 2030 έχουν προβλεφθεί 170 εκατομμύρια ευρώ για έρευνα.  

Ο Στέφαν Τόμας (Stefan Thomas), Γερμανός ερευνητής στο Ινστιτούτο Βούπερταλ για το κλίμα, δεν συμμερίζεται το γαλλικό επιχείρημα ότι η πυρηνική ενέργεια είναι απαραίτητη για τους κλιματικούς στόχους της Ε.Ε.: «Δεν θα χρειαζόσουν την πυρηνική ενέργεια για την κλιματική ουδετερότητα. Εάν η Γερμανία, με το πολύ μικρότερο δυναμικό της για ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, καταφέρει να γίνει κλιματικά ουδέτερη έως το 2045 από τη δική της παραγωγή –εκτός από την εισαγωγή πράσινου υδρογόνου–, τότε η Γαλλία, με τη μεγαλύτερη επιφάνεια και τις μεγαλύτερες δυνατότητές της για αιολική ενέργεια, μπορεί να κάνει περισσότερα», λέει ο Τόμας.  

Γι’ αυτόν, η γαλλική θέση απορρέει από γεωπολιτικές φιλοδοξίες: «Πολλοί σχολιαστές σπεύδουν να επισημάνουν την πυρηνική δύναμη της Γαλλίας. Το στρατιωτικό υπόβαθρο μου φαίνεται εύλογο. Με την κατασκευή μη στρατιωτικών πολιτικών αντιδραστήρων, κανείς θέλει να εξασφαλίσει και την τεχνογνωσία, όπως ανέφεραν τα μέσα ενημέρωσης. Η διπλή χρήση, τουλάχιστον, δεν αποκλείεται. Καταρχήν, μπορείτε επίσης να παράγετε πλουτώνιο για πυρηνικές βόμβες στους μη στρατιωτικούς αντιδραστήρες», λέει ο Στέφαν Τόμας.  

Ο Νικολά Μαζούκι (Nicolas Mazzucchi) εργάζεται για το Γαλλικό Ίδρυμα Στρατηγικών Ερευνών. Ο ειδικός στην οικονομική γεωγραφία ισχυρίζεται ότι κάθε χώρα πρέπει να έχει τη δυνατότητα να ακολουθήσει το δικό της ενεργειακό μονοπάτι, αρκεί να μειώνει τις εκπομπές CO2: «Αν η Γερμανία, η Αυστρία ή το Λουξεμβούργο δεν θέλουν να παράγουν πυρηνική ενέργεια, είναι ελεύθερες να μην το κάνουν. Κανείς δεν τους αναγκάζει. Και το ίδιο ισχύει και για τη Γαλλία: κανείς δεν αναγκάζει τη χώρα να βασίζεται στο φυσικό αέριο όπως ο ανατολικός γείτονάς της, για παράδειγμα. Όταν έχετε ένα περιστατικό σε ένα χημικό σταθμό παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας στη Γερμανία, θα επηρεαστεί και η Γαλλία. Και η Γαλλία δεν ισχυρίζεται ότι η Γερμανία πρέπει να κλείσει ξαφνικά όλους τους σταθμούς παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας με καύση άνθρακα. Υπάρχουν κανονισμοί και είναι σίγουρα από τους πιο αυστηρούς στον κόσμο.» 

Μιλώντας για πυρηνική ενέργεια  

Ο Μακρόν έχει εντείνει τη ρητορική του για μεγαλύτερη ενεργειακή ανεξαρτησία για τη Γαλλία στον απόηχο της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία: «Δεν μπορούμε πλέον να εξαρτόμαστε από άλλους, και ιδιαίτερα από το ρωσικό φυσικό αέριο, για να κυκλοφορούμε και να λειτουργούμε τα εργοστάσιά μας. Γι’ αυτό, αφού αποφασίσαμε να αναπτύξουμε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και να κατασκευάσουμε νέους πυρηνικούς αντιδραστήρες για τη Γαλλία, θα υπερασπιστώ μια στρατηγική ευρωπαϊκής ενεργειακής ανεξαρτησίας», δήλωσε ο Μακρόν τον Μάρτιο του 2022.  

Κατά τη διάρκεια της γαλλικής προεκλογικής εκστρατείας του 2022, πολλοί υποψήφιοι υιοθέτησαν τη ρητορική του κατεστημένου: «Τα περισσότερα κόμματα στηρίζουν τις προτάσεις του. Απλώς διαφέρουν ως προς τον αριθμό των νέων πυρηνοηλεκτρικών σταθμών που θέλουν να κατασκευαστούν. Ωστόσο, το κόμμα των Πρασίνων και το ακροαριστερό κόμμα είναι αντίθετα στην πυρηνική ενέργεια», λέει ο Μαζούκι. «Παρά τις επιθέσεις από τη Δεξιά και την Αριστερά, αλλά και από τα συνδικάτα, όλοι αυτοί οι πολιτικοί αντίπαλοι ζητούν η πυρηνική ενέργεια να παραμείνει ψηλά – ως εθνικό σύμβολο», παρατηρεί ο Γερμανός βουλευτής Βένζελ.  

Κατά κάποιο τρόπο, η υποστήριξη της πυρηνικής ενέργειας από τον γαλλικό πληθυσμό διευκολύνει τον επανεκλεγμένο πρόεδρο Μακρόν να υποσχεθεί νέους αντιδραστήρες. Μια δημοσκόπηση που έγινε από το περιοδικό Les Echos τον Νοέμβριο του 2021 δείχνει ότι περισσότεροι από τους μισούς Γάλλους πιστεύουν ότι είναι σωστό η χώρα τους να επικεντρωθεί στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και στην πυρηνική ενέργεια. 

Οι εταιρείες παροχής ηλεκτρικής ενέργειας που θα υποστούν τις μεγαλύτερες απώλειες ήταν μεταξύ των επικριτών αυτής της στροφής προς την πυρηνική ενέργεια. Οι εταιρείες Engie και TotalEnergies, οι γίγαντες της ενέργειας από ορυκτές πηγές στη Γαλλία είναι υπέρμαχοι της δικής τους ενέργειας από φυσικό αέριο και ανανεώσιμες πηγές, συμπεριλαμβανομένης της αιολικής και της ηλιακής ενέργειας: «Δεν είναι εντελώς αντίθετοι, αλλά υποστηρίζουν άλλες λύσεις», λέει ο Μαζούκι.   

η κρίση υπενθυμίζει επίσης ότι η ενεργειακή ασφάλεια παραμένει ένας μακρινός στόχος, και ότι δεν υπάρχουν εύκολες απαντήσεις.

Σήμερα, οι άνθρωποι τείνουν να ξεχνούν ότι η Γαλλία, όπως και η Γερμανία, είχε επίσης ένα σημαντικό αντιπυρηνικό κίνημα τη δεκαετία του 1970. Στη δεκαετία του 1990, ωστόσο, η εναντίωση υποχώρησε: «Το κίνημα διαμαρτυρίας στη Γαλλία φαίνεται ότι παραιτήθηκε κάποια στιγμή. Οι Πράσινοι εξακολουθούν να είναι εναντίον της πυρηνικής ενέργειας στη Γαλλία σήμερα, αλλά αυτό είναι όλο», λέει ο Στέφαν Τόμας. Σε αντίθεση με τη Γερμανία, τα αριστερά κόμματα στη Γαλλία είναι διχασμένα στο θέμα της πυρηνικής ενέργειας. «Δεν είναι μυστικό ότι στην EDF, την κρατική εταιρεία ενέργειας που διαχειρίζεται επίσης τους πυρηνικούς αντιδραστήρες, τα κομμουνιστικά συνδικάτα είναι πολύ ισχυρά. Έτσι, ακόμη και στην Αριστερά, υπάρχει στήριξη στην πυρηνική ενέργεια» – καθώς και μεταξύ προσωπικοτήτων της ακροδεξιάς, όπως η Μαρίν Λεπέν.  

Ο Νικολά Μαζούκι (Nicolas Mazzucchi) εντοπίζει τις απαρχές της εξάρτησης της Γαλλίας από την πυρηνική ενέργεια στο 1973, όταν το πετρελαϊκό σοκ ανάγκασε τις ευρωπαϊκές χώρες να αναζητήσουν νέες πηγές ενέργειας: «Οι περισσότερες χώρες αποφάσισαν να εστιάσουν στους πόρους που ήταν διαθέσιμοι εκείνη την εποχή στην ήπειρο, είτε ήταν άνθρακας είτε φυσικό αέριο. Η Γαλλία έκανε μια τελείως διαφορετική επιλογή, έχοντας κατά νου ότι η στροφή σε άλλο υδρογονάνθρακα δεν θα συνέβαλε σε μεγάλη ενεργειακή ασφάλεια. Έτσι η Γαλλία επιτάχυνε το πυρηνικό της πρόγραμμα.»  

Καταργώντας την κατάργηση της πυρηνικής ενέργειας;  

Για χρόνια, πολλοί Γερμανοί ήταν υπέρ της σταδιακής κατάργησης της πυρηνικής ενέργειας: η συσσώρευση πυρηνικών μεταξύ των δύο μπλοκ κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου είχε δημιουργήσει ένα ισχυρό αντιπυρηνικό κίνημα. Το κίνημα ειρήνης οδήγησε στη δημιουργία ενός Κόμματος των Πρασίνων στη δεκαετία του 1980, το οποίο έκτοτε ανέλαβε την εξουσία σε πολλές κυβερνήσεις. Τώρα, όμως, οι αυξανόμενες τιμές ενέργειας και η εξάρτηση από τις ρωσικές εισαγωγές ενέργειας, καθώς και ο πόλεμος κατά της Ουκρανίας τον Μάρτιο διαμόρφωσαν μια μετατόπιση της κοινής γνώμης: για πρώτη φορά, η πλειονότητα είναι υπέρ της επέκτασης των τελευταίων πυρηνικών αντιδραστήρων σε λειτουργία, σύμφωνα με αντιπροσωπευτική δημοσκόπηση από το δημόσιο τηλεοπτικό κανάλι ZDF.   

Αλλά μέχρι στιγμής, η Γερμανία απέχει πολύ από την αλλαγή της πυρηνικής της πολιτικής. Ωστόσο, από τότε που ξεκίνησε ο πόλεμος, ακύρωσε το έργο φυσικού αερίου Nord Stream II. Επιδιώκει επίσης να επεκτείνει τις εισαγωγές φυσικού αερίου από τις Η.Π.Α., το Κατάρ και άλλες χώρες.  

Η πυρηνική ενέργεια στη Γερμανία, η οποία έχει ήδη περιοριστεί στο να λειτουργεί ως ενεργειακή γέφυρα τα τελευταία χρόνια, πνέει τα λοίσθια. Ο Γερμανός επιστήμονας Στέφαν Τόμας θεωρεί το 1986 σημείο καμπής: «Μετά το ατύχημα στον αντιδραστήρα του Τσερνομπίλ, οι Σοσιαλδημοκράτες προσχώρησαν στους Πράσινους. Αυτό σήμαινε ότι το μισό κομματικό φάσμα στη Γερμανία εκείνη την εποχή ήταν ήδη κατά της πυρηνικής ενέργειας. Το 2002, ο πρώτος κυβερνητικός συνασπισμός πήρε την άνευ προηγουμένου απόφαση να καταργήσει σταδιακά την πυρηνική ενέργεια. Μέχρι τη Φουκουσίμα, ένα αδιέξοδο εμπόδισε νέους πυρηνικούς αντιδραστήρες να συνδεθούν στο διαδίκτυο. Το ατύχημα του ιαπωνικού αντιδραστήρα έκανε την τότε κυβέρνηση των Συντηρητικών-Φιλελεύθερων υπό την Άνγκελα Μέρκελ (Angela Merkel) να το ξανασκεφτεί.» Η επέκταση των υφιστάμενων πυρηνικών αντιδραστήρων εγκαταλείφθηκε και αποφασίστηκε η σταδιακή κατάργηση της πυρηνικής ενέργειας. «Ο πληθυσμός στήριζε πλήρως τη σταδιακή κατάργηση και υπήρχε επίσης ευρεία συμφωνία στην επιστημονική κοινότητα εκείνη την εποχή», λέει ο Τόμας.  

Το αφήγημα μιας σταδιακής κατάργησης του άνθρακα ή μιας σταδιακής κατάργησης των πυρηνικών – αλλά όχι και των δύο ταυτόχρονα, με την ίδια ένταση – κυριάρχησε στο γερμανικό διάλογο για μεγάλο χρονικό διάστημα. Και μέχρι στιγμής, το σχέδιο είναι αυτό. «Δεν μπορούμε να καταργήσουμε σταδιακά την ενέργεια από τον άνθρακα, την πυρηνική ενέργεια και την ενέργεια από το φυσικό αέριο ταυτόχρονα», προειδοποιεί ο Τόμας. Ο νέος συνασπισμός «φανάρι» ανυπομονεί να καταργήσει σταδιακά τον άνθρακα έως το τέλος της δεκαετίας. Όμως, με τον υψηλό πληθωρισμό και την αύξηση των τιμών της ενέργειας στον απόηχο του πολέμου της Ρωσίας εναντίον της Ουκρανίας, ορισμένοι πολιτικοί της κεντροδεξιάς έχουν αρχίσει να υποστηρίζουν την επέκταση των πυρηνικών αντιδραστήρων στη Γερμανία.  

Ο πρωθυπουργός της Βαυαρίας Μάρκους Σέντερ (Markus Söder), ένας ισχυρός πολιτικός της συντηρητικής αντιπολίτευσης δήλωσε πρόσφατα: «Φυσικά, μια παράταση θα ήταν δυνατή από καθαρά τεχνική άποψη. Το ερώτημα είναι αν το θέλει κανείς πολιτικά. Πιστεύω ότι για τρία έως πέντε χρόνια θα ήταν απλώς μια καλή μετάβαση, σε αυτήν την κατάσταση έκτακτης ανάγκης, η παραγωγή φθηνής ηλεκτρικής ενέργειας που ταυτόχρονα δεν προκαλεί καμία ρύπανση του κλίματος.» Ο Πράσινος Υπουργός Οικονομικών Υποθέσεων Μίχαελ Κέλνερ (Michael Kellner) δεν πείθεται από την πρόταση: «Δεν βλέπω πώς μπορούν να βοηθήσουν οι πυρηνoηλεκτρικοί σταθμοί για τον επόμενο χειμώνα, αφού και αυτοί χρειάζονται καύσιμα, και ούτε αυτά μπορείς να τα πάρεις εύκολα.» Ωστόσο, οι σταθμοί παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας με καύση άνθρακα θα διατηρηθούν σε εφεδρεία για όλα τα ενδεχόμενα.  

Στην κατάσταση κρίσης στην Ευρώπη, η Γερμανία φαίνεται τουλάχιστον να επανεξετάζει τη θέση της πάνω στην πυρηνική ενέργεια. Το αν θα αλλάξει πορεία μένει να φανεί. Από τις δηλώσεις του στη σύνοδο κορυφής της Ε.Ε. στις Βερσαλίες, είναι προφανές ότι ο Μακρόν πιστεύει ότι η πίεσή του για πυρηνική ενέργεια έχει ισχυροποιηθεί: «Σήμερα, η Γαλλία εξαρτάται λιγότερο από τις ξένες προμήθειες φυσικού αερίου επειδή βασιζόμαστε στην πυρηνική ενέργεια.»  

Τελικά, και τις δύο μεγάλες ευρωπαϊκές οικονομίες συνδέει ένας σημαντικός κοινός στόχος: η συμμόρφωση με τη Συμφωνία του Παρισιού για το κλίμα και η υπόσχεση να είναι κλιματικά ουδέτερες στην Ε.Ε. μέχρι τα μέσα του αιώνα – αλλά οι δρόμοι τους προς αυτόν τον στόχο είναι πολύ διαφορετικοί. Η δυνατότητα διασυνοριακής συνεργασίας μεταξύ των δύο χωρών προς αυτόν τον στόχο, τουλάχιστον σε μικρή κλίμακα, καταδεικνύεται από το γαλλογερμανικό Zukunftswerk, έναν δίγλωσσο διάλογο πολιτών που αποσκοπεί να επιφέρει την ενεργειακή ανάκαμψη στις τοπικές κοινότητες στη βάση της αλληλεγγύης.  

Η συζήτηση σχετικά με τον ενεργειακό εφοδιασμό στον απόηχο της εξάρτησης από τις ρωσικές εισαγωγές ενέργειας έχει κλονίσει φαινομενικά αμετακίνητες θέσεις δεκαετιών. Ενώ και οι δύο χώρες τηρούν τις βασικές αρχές τους –σταδιακή κατάργηση της πυρηνικής ενέργειας στη Γερμανία και επέκταση της πυρηνικής ενέργειας στη Γαλλία– η κρίση υπενθυμίζει επίσης ότι η ενεργειακή ασφάλεια παραμένει ένας μακρινός στόχος, και ότι δεν υπάρχουν εύκολες απαντήσεις. Ο πυρηνικός στόλος της Γαλλίας γερνάει και η αναμόρφωσή του θα πάρει χρόνια. Παρόμοια, τα πυρηνικά καύσιμα πρέπει να εισάγονται από άλλα μέρη του κόσμου. Στη Γερμανία, η ανανεώσιμη ενέργεια δεν έχει φτάσει ακόμη στο σημείο ώστε η χώρα να μπορεί να παραιτηθεί από τις εισαγωγές ενέργειας από ορυκτές πηγές. Στην πίεση για σταδιακή κατάργηση των ρωσικών εισαγωγών, η γερμανική κυβέρνηση αναγκάστηκε να εμβαθύνει τους δεσμούς με κράτη όπως το Κατάρ για να εξασφαλίσει εναλλακτικές προμήθειες. 

Categories: H. Green News

Florida Neighborhoods Are Gentrifying in the Wake of Hurricanes, Study Finds

Yale Environment 360 - Thu, 01/05/2023 - 06:06

Florida neighborhoods hit by hurricanes have seen little drop in interest from homebuyers. On the contrary, these communities have tended to gentrify, with the price of homes and the income of buyers rising slightly after a storm, a new study reveals.

Read more on E360 →

Categories: H. Green News

Ταξινομία της Ε.Ε.: Η βρώμικη πολιτική του πράσινου ξεπλύματος της ενέργειας 

Green European Journal - Thu, 01/05/2023 - 05:51

Μετά την έγκριση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προωθεί τα σχέδια της για την ταξινόμηση του ορυκτού αερίου και της πυρηνικής ενέργειας ως μορφών «πράσινης» ενέργειας. Αυτή η καταστροφική κίνηση θα έχει επιπτώσεις σε ένα μεγάλο αριθμό ζητημάτων, από τον πόλεμο στην Ουκρανία έως την κλιματική κρίση τα επόμενα χρόνια. Η Σεντέν Ανλάρ (Seden Anlar) εξετάζει τον τρόπο με τον οποίο εκτυλίσσεται η αντιπαράθεση μέχρι στιγμής και τον αντίκτυπο που είχε στην ενότητα της Ε.Ε., στον ηγετικό της ρόλο στον τομέα του κλίματος και στη γεωπολιτική στρατηγική. 

Στις 6 Ιουλίου 2022, μέλη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ψήφισαν υπέρ της πρότασης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την ταξινομία, δίνοντας έτσι το πράσινο φως για την επισήμανση του ορυκτού αερίου και της πυρηνικής ενέργειας ως «πράσινων» ενεργειακών πόρων και δραστηριοτήτων. Ήταν καταστροφικό γεγονός, το οποίο, απλά και στην πράξη, σημαίνει ότι από την 1η Ιανουαρίου 2023, η Ευρωπαϊκή Ένωση θα θεωρεί ως πράσινες τις επενδύσεις σε ορυκτά καύσιμα και πυρηνική ενέργεια. 

Πίσω από το βαρετό όνομα, ο Κανονισμός της Ε.Ε. για την Ταξινομία καθορίζει ένα σύστημα ταξινόμησης που δημιουργήθηκε για να παρέχει καθοδήγηση στις επιχειρήσεις, τους επενδυτές και τους φορείς χάραξης πολιτικής σχετικά με τα βιώσιμα χρηματοπιστωτικά προϊόντα και τους ενεργειακούς πόρους. Κύριος στόχος της πράξης είναι η διοχέτευση κεφαλαίων σε δραστηριότητες που η Επιτροπή θεωρεί περιβαλλοντικά βιώσιμες. Με άλλα λόγια, η ταξινομία σχεδιάστηκε για να αντιμετωπίσει το φαινόμενο του «πράσινου ξεπλύματος», εντοπίζοντας τις οικονομικές δραστηριότητες που είναι βιώσιμες, καθώς και θεσπίζοντας υποχρεώσεις υποβολής εκθέσεων για τις εταιρείες και τους συμμετέχοντες στις χρηματοπιστωτικές αγορές. 

Ενώ το κύριο μέρος του κανονισμού για την ταξινομία, ο οποίος θέσπισε έξι στόχους, τέθηκε σε ισχύ στις 12 Ιουλίου 2020, η Επιτροπή ανακοίνωσε ότι θα εισαγάγει τον πραγματικό κατάλογο των περιβαλλοντικά βιώσιμων δραστηριοτήτων αργότερα μέσω «κατ ‘εξουσιοδότηση πράξεων». Η απόφαση αυτή επικρίθηκε έντονα από τους νομοθέτες της Ε.Ε., δεδομένου ότι οι κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις έχουν χαρακτήρα παράγωγου δικαίου και, ως εκ τούτου, δεν υπόκεινται στο ίδιο επίπεδο υπουργικής και κοινοβουλευτικής εποπτείας, όπως συμβαίνει με τον κανονισμό. 

Τον Απρίλιο του 2021, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δημοσίευσε τους κανόνες που διέπουν την ταξινομία, αλλά καθυστέρησε να αποφασίσει αν τα ορυκτά καύσιμα και η πυρηνική ενέργεια θα πρέπει να συμπεριληφθούν στον κατάλογο των βιώσιμων οικονομικών δραστηριοτήτων. Μήνες αργότερα, λίγο πριν τα μεσάνυχτα της παραμονής της Πρωτοχρονιάς του 2021, η Επιτροπή εξέδωσε σχέδιο πρότασης χαρακτηρίζοντάς τις ως «πράσινες» πηγές – μια κίνηση που μετατράπηκε σε «μία από τις μεγαλύτερες αντιπαραθέσεις» της εντολής της Προέδρου της Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν (Ursula von der Leyen) μέχρι στιγμής. 

Μια διχασμένη ένωση 

Το φθινόπωρο του 2021, η Επιτροπή ξεκίνησε διαβουλεύσεις με τα κράτη μέλη σχετικά με το σχέδιο πρότασης, το οποίο στάθηκε αφορμή για έντονες συζητήσεις και διαπραγματεύσεις που κράτησαν μήνες. Άτυπα σχηματίστηκαν δύο ομάδες με αντίθετες θέσεις σχετικά με το αν η Ε.Ε. θα πρέπει να χαρακτηρίσει το ορυκτό αέριο και την πυρηνική ενέργεια ως πράσινες, υπό την ηγεσία δύο σημαντικών χωρών: της Γαλλίας και της Γερμανίας, γεγονός που τονίζει την έντονη απόκλιση μεταξύ των χωρών όσον αφορά τους ενεργειακούς στόχους. 

Η Γαλλία, η οποία λαμβάνει το 70 τοις εκατό περίπου της ενέργειας της με τη βοήθεια της πυρηνικής ενέργειας, με τη στήριξη κρατών μελών από την ανατολική και κεντρική Ευρώπη, όπως η Πολωνία, ήθελε η φον ντερ Λάιεν (von der Leyen) να συμπεριλάβει την πυρηνική ενέργεια στην ταξινομία. Από την άλλη, η Γερμανία, η οποία έκλεισε τρεις από τους έξι πυρηνικούς σταθμούς της το 2021 και έχει ως στόχο να κλείσει τους υπόλοιπους έως το τέλος του 2022, άσκησε πιέσεις κατά της συμπερίληψης της πυρηνικής ενέργειας και πρότεινε την προσθήκη του ορυκτού αερίου ως εναλλακτική λύση. Ωστόσο, η κυβέρνηση συνασπισμού σοσιαλδημοκρατών, πρασίνων και φιλελευθέρων της χώρας είναι διχασμένη για το ζήτημα, καθώς το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα (SPD) τάσσεται υπέρ του ορυκτού αερίου ενώ οι Πράσινοι αντιτάσσονται στην κίνηση. Επιπλέον, κατά τη διάρκεια αυτής της διαδικασίας, κράτη κατά της πυρηνικής ενέργειας, όπως η Αυστρία και το Λουξεμβούργο, έτριξαν τα δόντια τους απειλώντας με πιθανές αγωγές εάν η πυρηνική ενέργεια χαρακτηριζόταν πράσινη. Στο τέλος, η Γερμανία και η Γαλλία «συμφώνησαν να διαφωνήσουν» και μάλιστα αρνήθηκαν την ύπαρξη οποιασδήποτε σύγκρουσης. Η μεταγενέστερη απόφαση της Επιτροπής, η οποία ανακοινώθηκε επίσημα στη συμπληρωματική κατ ‘εξουσιοδότηση πράξη για το κλίμα, να συμπεριλάβει το ορυκτό αέριο και την πυρηνική ενέργεια στην ταξινομία καταδεικνύει σαφώς τη σημαντική επιρροή των κρατών μελών επί των θεσμικών οργάνων της Ε.Ε. στη λήψη αποφάσεων. 

Με τον τρόπο αυτό, μια πολλά υποσχόμενη πρωτοβουλία που θα μπορούσε να συμβάλλει στους στόχους της Ε.Ε. για το κλίμα κατέστη μια ακόμη αποδυναμωμένη συνιστώσα της Ευρωπαϊκής Πράσινης Συμφωνίας και ένα εργαλείο που θα χρησιμοποιηθεί για ό, τι στόχευε να αντιμετωπίσει: το «πράσινο ξέπλυμα».

Our latest edition – Making Our Minds: Uncovering the Politics of Education – is out now.

It is available to read online & order straight to your door.

READ & Order Όντας ανάξιοι των προσδοκιών 

Πριν από την ψηφοφορία του Ιουλίου 2022 στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, οι ευρωβουλευτές είχαν την ευκαιρία να αντιδράσουν στην πρόταση της Επιτροπής. Η κατ ‘εξουσιοδότηση πράξη φάνηκε να έχει υποστεί σημαντικό πλήγμα νωρίτερα τον Ιούνιο του 2022, όταν δύο από τις σημαντικότερες επιτροπές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, η Οικονομική και Περιβαλλοντική Επιτροπή, ψήφισαν για να την εμποδίσουν, ζητώντας από την Επιτροπή να υποβάλει νέα πρόταση. Τέτοιες ψηφοφορίες αποτελούν συνήθως ακριβή ένδειξη της κατεύθυνσης της ψηφοφορίας στην Ολομέλεια, ωστόσο κάτι τέτοιο δεν συνέβη αυτή τη φορά. 

Εντούτοις, υπήρξε αντίθεση στην κίνηση. Δεδομένου ότι η Επιτροπή ανακοίνωσε την αμφιλεγόμενη πρόταση να συμπεριληφθούν τα ορυκτά καύσιμα και η πυρηνική ενέργεια στον κανονισμό για την ταξινομία, δημιουργήθηκε μια διακομματική και υπερεθνική συμμαχία ευρωβουλευτών κατά της πρότασης – κάτι που είναι σπάνιο. Κατά τη διεξαγωγή της κύριας ψηφοφορίας στην ολομέλεια, 278 ευρωβουλευτές από όλες τις κομματικές γραμμές ψήφισαν υπέρ της εμπλοκής της πρότασης, 75 ψήφοι λιγότερες από τις 353 ψήφους που απαιτούνταν για να εξασφαλιστεί η απόλυτη απαιτούμενη πλειοψηφία. Ωστόσο, καθώς απαιτείται απόλυτη πλειοψηφία 353 ψήφων, η αντιπολίτευση δεν κατάφερε να συγκεντρώσει αρκετές ψήφους. 

Οι περισσότεροι από τους ευρωβουλευτές που ενέκριναν την ταξινομία όπως προτάθηκε, προέρχονταν από το κεντροδεξιό Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα, ενώ οι Πράσινοι/Ευρωπαϊκή Ελεύθερη Συμμαχία ήταν το μόνο κόμμα που ψήφισε ομόφωνα για να εμποδίσει την πρόταση (με μία αποχή). 

Ένα ελαττωματικό σχέδιο 

Μια δυαδική ταξινόμηση που διακρίνει την καλή «πράσινη» ενέργεια από όλες τις άλλες πηγές δεν μπορεί να επιτρέψει την ευέλικτη προσέγγιση που απαιτεί μια μετάβαση τόσο φιλόδοξη όσο και ρεαλιστική. 

Όπως δήλωσε η ομάδα εμπειρογνωμόνων της Ευρωπαϊκής Πλατφόρμας για τη Βιώσιμη Χρηματοδότηση στην τελική της έκθεση, η προσέγγιση αυτή παραβλέπει τις ενδιάμεσες δραστηριότητες που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για ορισμένο χρονικό διάστημα κατά τη διάρκεια της διαδικασίας μετάβασης. Επιπλέον, η ταξινομία δεν ταξινομεί ένα ευρύ φάσμα πόρων που δεν έχουν σημαντικό περιβαλλοντικό αντίκτυπο, γεγονός που θα μπορούσε να οδηγήσει τους επενδυτές να τους θεωρούν «μη βιώσιμους». Δεδομένου ότι οι ευρωπαϊκές εταιρείες υποχρεούνται να υποβάλλουν εκθέσεις σχετικά με τη βιωσιμότητα των επενδύσεων τους, είναι πιθανό κάθε δραστηριότητα που εξαιρείται από τον «πράσινο κατάλογο» να θεωρηθεί ότι δεν συνάδει με τους στόχους της Ε.Ε. για το κλίμα, γεγονός που μπορεί να στερήσει το κεφάλαιο που θα μπορούσε να διατεθεί για τις εν λόγω δραστηριότητες. 

Πέρα από την επιστημονικά τεκμηριωμένη ταξινόμηση που υποτίθεται ότι είναι, η ταξινομία δείχνει απροκάλυπτη περιφρόνηση για τα λεγόμενα της επιστημονικής κοινότητας σχετικά με τα μέτρα ώστε να περιοριστεί η υπερθέρμανση του πλανήτη κάτω από τους 1,5 βαθμούς Κελσίου. Λίγους μόνο μήνες μετά την προειδοποίηση της Διακυβερνητικής Επιτροπής για την Κλιματική Αλλαγή (IPCC) ότι ο πλανήτης μπορεί να βρίσκεται σε τροχιά αύξησης της θερμοκρασίας έως και το διπλάσιο του ορίου που ορίζεται στη Συμφωνία του Παρισιού, οι ενέργειες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και του Κοινοβουλίου δεν είναι παρά επαίσχυντες. Επιπλέον, μια τέτοια ταξινομία απορρίπτει και τους ακτιβιστές για το κλίμα και τις ΜΚΟ που έχουν ζητήσει από την Ε.Ε. να αναλάβει σοβαρή δράση για την επίτευξη των στόχων της για το κλίμα. Αποτελεί ακόμη μια απόδειξη ότι όταν εμπλέκονται κεκτημένα συμφέροντα – οι επιχειρήσεις προηγούνται. 

Οι περισσότερες επικρίσεις για την επέκταση της ταξινομίας επικεντρώθηκαν στο φυσικό αέριο, και δικαίως. Ενώ οι υπάλληλοι της Ε.Ε. υπαινίσσονται ότι το φυσικό αέριο δεν είναι τόσο κακό όσο ο άνθρακας -με δυσκολία το πιο καθησυχαστικό σημείο συζήτησης εν μέσω κλιματικής κρίσης- οι νέες επενδύσεις σε δραστηριότητες ορυκτών καυσίμων, όπως οι σταθμοί ηλεκτροπαραγωγής με φυσικό αέριο, απλώς δεν συνάδουν με τους στόχους της Ε.Ε. για το κλίμα. Το φυσικό αέριο μπορεί να είναι καθαρότερη μορφή ενέργειας σε σχέση με τον άνθρακα, αλλά δεν είναι αρκετά καθαρή ώστε να αξίζει τις συνεχείς επενδύσεις σε υποδομές φυσικού αερίου. Αυτό επιβεβαιώθηκε πρόσφατα από τον Διεθνή Οργανισμό Ενέργειας, όταν δήλωσε ότι οι επενδύσεις σε ορυκτά καύσιμα θα πρέπει να διακοπούν από το 2022 και μετά ώστε τα επίπεδα υπερθέρμανσης του πλανήτη να διατηρηθούν από τους 1,5 βαθμούς Κελσίου. 

Όταν πρόκειται για την πυρηνική ενέργεια, το θέμα γίνεται λίγο πιο περίπλοκο. Ενώ μπορεί να θεωρηθεί ως καύσιμο χωρίς εκπομπές, σε αντίθεση με το ορυκτό αέριο, ο κύκλος ζωής των πυρηνικών σταθμών, συμπεριλαμβανομένης της κατασκευής, της εξόρυξης ουρανίου, της μεταφοράς και της επεξεργασίας, απελευθερώνει σημαντικές ποσότητες CO2. Επιπλέον, η φάση κατασκευής είναι σίγουρα εξαιρετικά δαπανηρή και υπερβολικά αργή για να συμβάλει στη βραχυπρόθεσμη μείωση των εκπομπών και στους κλιματικούς στόχους για το 2030 που έχει θέσει η Ε.Ε. Ενώ η Γαλλία υποστηρίζει σθεναρά την πυρηνική ενέργεια ως την αγαπημένη της πηγή ενέργειας, ακόμη και το οικονομικό σήμα της γαλλικής κυβέρνησης δεν θεωρεί την πυρηνική ενέργεια βιώσιμη επένδυση. Παραδόξως, ο Αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, αρμόδιος για την Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία, ο Φρανς Τίμερμανς (Frans Timmermans), δήλωσε δημοσίως ότι η πυρηνική ενέργεια δεν μπορεί να χαρακτηριστεί πράσινη. Τέλος, εκφράζονται ανησυχίες ότι η συμπερίληψη της πυρηνικής ενέργειας ως πράσινης δραστηριότητας θα μπορούσε να εκτρέψει το κεφάλαιο από τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, παρά το γεγονός ότι οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας είναι φθηνότερες από την πυρηνική ενέργεια και το φυσικό αέριο, επιβραδύνοντας τελικά την ενεργειακή μετάβαση. 

τον Διεθνή Οργανισμό Ενέργειας, όταν δήλωσε ότι οι επενδύσεις σε ορυκτά καύσιμα θα πρέπει να διακοπούν από το 2022 και μετά ώστε τα επίπεδα υπερθέρμανσης του πλανήτη να διατηρηθούν από τους 1,5 βαθμούς Κελσίου.

Είναι οι επενδυτές που εκφράζουν κριτική σχετικά με την πρόταση, όχι εγώ. 

Όπως ήταν αναμενόμενο, ορισμένοι επενδυτές χαιρέτισαν την ένταξη του ορυκτού αερίου και της πυρηνικής ενέργειας στην ταξινομία. Ο διευθύνων σύμβουλος της τοπικής ένωσης κοινής ωφέλειας VKU της Γερμανίας την αποκάλεσε «ένα σημαντικό σημάδι του ρόλου του φυσικού αερίου ως γέφυρας για την επίτευξη των στόχων για το κλίμα». Ωστόσο, απροσδόκητη κριτική για την επέκταση της ταξινομίας προήλθε στην πραγματικότητα από τους ίδιους τους επενδυτές και άλλους ενδιαφερόμενους στους κλάδους της ενέργειας και των χρηματοπιστωτικών, οι οποίοι εξέφρασαν τις ανησυχίες τους σχετικά με την αξιοπιστία και τη χρηστικότητα της τρέχουσας έκδοσης της διευρυμένης ταξινομίας – σηματοδοτώντας ότι θα μπορούσαν να χειριστούν την απόφαση με προσοχή ή ακόμη και να μποϊκοτάρουν τις νέες πράσινες ετικέτες. 

Για παράδειγμα, η Net Zero Alliance, μια ομάδα 73 θεσμικών επενδυτών, δήλωσε ότι η συμπερίληψη του φυσικού αερίου «θα ήταν συνολικά ασύμβατη με τα υψηλά επίπεδα φιλοδοξίας του πλαισίου ταξινομίας της Ε.Ε.». Ο Στέφαν Κίπε (Stephan Kippe), επικεφαλής της έρευνας ESG στην Commerzbank AG, κατέληξε επίσης στο συμπέρασμα ότι η έγκριση της πρότασης της Επιτροπής «δεν διευκολύνει καθόλου την καταπολέμηση του πράσινου ξεπλύματος». Ο Χιούγκο Γκάλαχερ (Hugo Gallagher), ανώτερος σύμβουλος πολιτικής στο Ευρωπαϊκό Φόρουμ Βιώσιμων Επενδύσεων (Eurosif), εξέφρασε επίσης την αντίθεση του στην πρόταση λέγοντας: «Είναι αμφίβολο κατά πόσον το αέριο και η πυρηνική ενέργεια πληρούν πραγματικά τις προϋποθέσεις για να χαρακτηριστούν ως μεταβατική δραστηριότητα», προσθέτοντας ότι πολλοί παράγοντες της βιομηχανίας δεν θα επενδύσουν στο αέριο ή την πυρηνική ενέργεια. 

Τα ορυκτά καύσιμα πυροδοτούν τον πόλεμο του Πούτιν 

Οι ακτιβιστές είναι πολύ σαφείς στο ότι εκτός από την επιδείνωση της κλιματικής κρίσης, η επέκταση της ταξινομίας της Ε.Ε. θα έχει καίριο αντίκτυπο στον πόλεμο στην Ουκρανία. Η αύξηση των επενδύσεων στους τομείς του αερίου και της πυρηνικής ενέργειας δυσχεραίνει την ενεργειακή ανεξαρτησία της Ευρώπης από τη Ρωσία. Ως εκ τούτου, η απόφαση είναι ένα δώρο για τον Πούτιν που τελικά θα συνεχίσει να χρηματοδοτεί την πολεμική του μηχανή. 

Η Ε.Ε. έχει ήδη καταβάλει 57 δισεκατομμύρια ευρώ στη Ρωσία για ορυκτά καύσιμα από την έναρξη του πολέμου, καθώς οι εισαγωγές ρωσικού ορυκτού αερίου, αεριοστρόβιλων, ουρανίου και άλλων πυρηνικών υπηρεσιών έχουν εξαιρεθεί από τις κυρώσεις που επέβαλε η Ε.Ε. στη Ρωσία ως απάντηση στην εισβολή. Σύμφωνα με νέα μελέτη της Greenpeace, η Ρωσία αναμένεται να είναι ένας από τους βασικούς επωφελούμενους της διεύρυνσης και θα κερδίσει επιπλέον 4 δισ. ευρώ ετησίως χάρη στη διεύρυνση, προσθέτοντας 32 δισ. ευρώ μέχρι το 2030. 

Όσον αφορά την πυρηνική ενέργεια, η ρωσική κρατική εταιρεία Rosatom πρόκειται να «εξασφαλίσει ένα μερίδιο περίπου 500 δισεκατομμυρίων ευρώ δυνητικών επενδύσεων σε νέες πυρηνικές εγκαταστάσεις της Ε.Ε». Αφού δεσμεύτηκαν να σταθούν στο πλευρό της Ουκρανίας, γιατί η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το Κοινοβούλιο να δώσουν του Πούτιν στο πιάτο ένα τόσο απίστευτο γεωπολιτικό πλεονέκτημα (ή μάλλον στο μπουκάλι ουρανίου); 

Η Ε.Ε. έχει ήδη καταβάλει 57 δισεκατομμύρια ευρώ στη Ρωσία για ορυκτά καύσιμα από την έναρξη του πολέμου.

Άσκηση πίεσης ξανά και ξανά 

Αναγνωρίζοντας ότι μια τέτοια ένταξη θα τους ωφελούσε περισσότερο από όλους, οι ρωσικές εταιρείες Gazprom, Lukoil και Rosatom άσκησαν έντονες πιέσεις στις Βρυξέλλες για να προστεθούν τα ορυκτά καύσιμα και η πυρηνική ενέργεια στην ταξινομία της Ε.Ε. ως πράσινοι πόροι και δραστηριότητες. Η Greenpeace αποκάλυψε ότι επίτροποι και ανώτεροι υπάλληλοι της Ευρωπαϊκής Επιτροπής είχαν συναντηθεί με εκπροσώπους αυτών των εταιρειών συνολικά 18 φορές, είτε απευθείας είτε μέσω εκπροσώπων ομάδων συμφερόντων εταιρειών και θυγατρικών από τον Μάρτιο του 2018, όταν η Επιτροπή παρουσίασε το σχέδιο δράσης της για τη βιώσιμη χρηματοδότηση. Η αντίθεση μεταξύ των ενεργειών της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και των δημόσιων δηλώσεων της σχετικά με την Ουκρανία, όπως όταν η φον ντερ Λάιεν (von der Leyen) δήλωσε στους Ουκρανούς κατά τη διάρκεια της επίσκεψης της ότι «Ο αγώνας σας είναι ο αγώνας μας. … η Ευρώπη είναι με το μέρος σας » μπροστά στον Ουκρανό Πρόεδρο Ζελένσκι (Zelenskyy), είναι απλά συγκλονιστική. 

Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι η ίδια η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναγνώρισε πρόσφατα πόσο επικίνδυνες υπήρξαν οι προσπάθειες άσκησης πίεσης από το ρωσικό καθεστώς στις Βρυξέλλες και πρότεινε να απαγορευθεί στις ρωσικές εταιρείες να προσλαμβάνουν εταιρείες άσκησης πίεσης και δημοσίων σχέσεων της Ε.Ε., οι οποίες, σύμφωνα με τον παρατηρητή της Ε.Ε., κερδίζουν 3,5 εκατομμύρια ευρώ ετησίως από τέτοιες συμφωνίες. Αν και πρόκειται για θετική εξέλιξη και αναγκαίο βήμα, η πρόταση δεν έχει ακόμη εγκριθεί από τα κράτη μέλη της Ε.Ε. 

Η Ε.Ε.: Ηγέτης στον τομέα του κλίματος ή ουραγός; 

Με το Ηνωμένο Βασίλειο να αδυνατεί να εκπληρώσει τους στόχους του για το κλίμα και να στοχεύει στην κατάργηση του νόμου που προστατεύει τους σημαντικότερους τόπους άγριας πανίδας, την πρόσφατη απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου των Η.Π.Α. που περιορίζει την ικανότητα της Υπηρεσίας Προστασίας του Περιβάλλοντος να περιορίζει τις εκπομπές CO2 – καθυστερώντας ουσιαστικά οποιαδήποτε ουσιαστική δράση για το κλίμα από τις Η.Π.Α., και την ενεργειακή κρίση να μαίνεται σε όλο τον κόσμο, η κλιματική πολιτική χρειάζεται έναν ηγέτη περισσότερο από ποτέ. Ενώ η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει εκφραστεί με τον ορθό τρόπο σχετικά με την ανάγκη αντιμετώπισης της κλιματικής κρίσης και διαδραματίζει αποφασιστικό ρόλο στη νέα τάξη πραγμάτων για το κλίμα, η πρόταση για την ταξινομία αποδεικνύει το αντίθετο. 

Λίγο περισσότερο από ένα μήνα μετά την ανακοίνωση των σχεδίων της για την επιτάχυνση της ενεργειακής μετάβασης και τη διασφάλιση της ενεργειακής ανεξαρτησίας από τη Ρωσία μέσω της RepowerEU, η έγκριση της κατ’ εξουσιοδότηση πράξης δεν ενισχύει μόνο τη γεωπολιτική επιρροή του Πούτιν στην περιοχή, αλλά στέλνει και ανάμεικτα μηνύματα σχετικά με το πόσο σοβαρά λαμβάνει η Ε.Ε. την κλιματική κρίση. Ως εκ τούτου, εκτός από την αποκάλυψη των βαθιών αποκλίσεων μεταξύ των κρατών μελών της Ε.Ε. όσον αφορά τον τρόπο αντιμετώπισης της κλιματικής κρίσης, η ταξινομία της Ε.Ε. ενέχει επίσης τον κίνδυνο υπονόμευσης της αξιοπιστίας ολόκληρης της ατζέντας της Ε.Ε. για το κλίμα, της Ευρωπαϊκής Πράσινης Συμφωνίας και της Ε.Ε. ως ηγετικής δύναμης στον τομέα του κλίματος. Σε έναν κόσμο όπου ακόμη και η Ρωσία και η Κίνα δεν περιλαμβάνουν το φυσικό αέριο στις αντίστοιχες ταξινομήσεις τους για τις βιώσιμες δραστηριότητες, η επισήμανση της Ε.Ε. για την πυρηνική ενέργεια και το ορυκτό αέριο ως πράσινους ενεργειακούς πόρους δημιουργεί επικίνδυνο προηγούμενο και αποτελεί σαφή ένδειξη αποτυχημένης ηγετικής θέσης στον τομέα του κλίματος. 

Τι προβλέπεται για τη συνέχεια; 

Μετά από μια τόσο απογοητευτική έκβαση που έχει υποστεί πράσινο ξέπλυμα, η οποία μειώνει τις εντεινόμενες κρίσεις που αντιμετωπίζουμε σήμερα, ο δρόμος μπροστά μας είναι θολός και γεμάτος προκλήσεις. Το επόμενο βήμα είναι να ψηφίσει το Συμβούλιο της Ε.Ε. επί της πρότασης, ένας παράγοντας που έχει την εξουσία να ασκήσει βέτο στην απόφαση του Κοινοβουλίου. Ωστόσο, δεδομένου ότι η συμπερίληψη του ορυκτού αερίου και της πυρηνικής ενέργειας ήταν ουσιαστικά μια λύση που προτάθηκε από τα κράτη μέλη που απαρτίζουν το Συμβούλιο, και λαμβάνοντας υπόψη ότι οι περισσότερες κυβερνήσεις της Ε.Ε. είναι υπέρ, είναι ασφαλές να υποθέσουμε ότι δεν θα βρεθεί η υπερπλειοψηφία που απαιτείται για την άσκηση βέτο. Με αυτή την έγκριση, η κατ’ εξουσιοδότηση πράξη αναμένεται να τεθεί σε ισχύ από τις αρχές του 2023. 

Ωστόσο, υπάρχει ακόμα ελπίδα και βρίσκεται στη νομική δράση. Μετά την απόφαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, πολλές ΜΚΟ επεσήμαναν ότι εξέταζαν ή σχεδίαζαν να προβούν σε νομικές ενέργειες. Η Greenpeace ανακοίνωσε ότι, πρώτον, θα υποβάλει επίσημο αίτημα για εσωτερική επανεξέταση στην Επιτροπή και, εάν το αποτέλεσμα είναι αρνητικό, θα προσφύγει στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο κατά της Επιτροπής για την ένταξη των ορυκτών καυσίμων και της πυρηνικής ενέργειας στην ταξινομία. Επιπλέον, το Λουξεμβούργο και η Αυστρία θα συνεργαστούν με την Greenpeace για την αμφισβήτηση της Επιτροπής μέσω του ιδίου δικαστηρίου. Η Ισπανία και η Δανία ανακοίνωσαν ότι θα εξετάσουν επίσης το ενδεχόμενο συμμετοχής στην αγωγή. 

Τα τελευταία χρόνια, οι πολίτες προσφεύγουν στα δικαστήρια κατά των κυβερνήσεων τους και τις καταστούν υπεύθυνες για την αποτυχία λήψης επαρκών μέτρων για την εκπλήρωση των δεσμεύσεων τους για το κλίμα. Η πολλά υποσχόμενη επιτυχία πρωτοποριακών υποθέσεων, όπως η υπόθεση της κυβέρνησης της Ολλανδίας κατά της Urgenda Foundation και της Notre Affaire à Tous και λοιπών κατά της Γαλλίας, κατέδειξαν τον τρόπο με τον οποίο οι αντιδικίες για το κλίμα μπορούν να αποτελέσουν μέσο για την καταπολέμηση της κλιματικής αδικίας και ισχυρό εργαλείο για την αντιμετώπιση της βρώμικης πολιτικής ή της βραδείας πολιτικής προόδου, καθώς και για την προετοιμασία του εδάφους για περαιτέρω αγωγές. 

Καθώς όλο και περισσότερα δικαστήρια εντοπίζουν τη σχέση μεταξύ της περιβαλλοντικής ζημίας και του δικαιώματος στη ζωή και ένας συνασπισμός αντίστασης αναπτύσσεται κατά του πράσινα ξεπλυμένου κανονισμού της Ε.Ε. για την ταξινομία, ένα ερώτημα παραμένει: θα μπορούσαν οι νομικές προκλήσεις στον νόμο της Ε.Ε. για το κλίμα να οδηγήσουν σε παρόμοια αποτελέσματα και νίκες για την κλιματική δικαιοσύνη; 

Categories: H. Green News

Elections have consequences – Lula names Amazon Defenders as Brazilian Ministers

Red, Green, and Blue - Thu, 01/05/2023 - 05:50

Environmentalists and rights advocates around the world are celebrating Brazilian President-elect Luiz Inácio Lula da Silva’s selection of Marina Silva and Sônia Guajajara to serve as the nation’s environment and Indigenous ministers, respectively. By Jessica Corbett Common Dreams Lula, who was sworn in Sunday after defeating right-wing President Jair Bolsonaro in an October runoff, confirmed the appointments […]

The post Elections have consequences – Lula names Amazon Defenders as Brazilian Ministers appeared first on Red, Green, and Blue.

Categories: H. Green News

ESG – GOP loves Free Market Solutions (except for fossil fuels!)

Red, Green, and Blue - Thu, 01/05/2023 - 05:13

Is the purpose of climate policy to reduce the carbon emissions warming the climate and causing billions of dollars in damages? Or is it to bolster the electoral prospects of the GOP? If you answered the former, congratulations, you’re not a rube. If you answered the latter, you must be a Republican. By Climate Denier Roundup […]

The post ESG – GOP loves Free Market Solutions (except for fossil fuels!) appeared first on Red, Green, and Blue.

Categories: H. Green News

Birding for All: How to Make Enjoying Birds More Accessible

The Revelator - Thu, 01/05/2023 - 05:00

Freya McGregor is adamant that anyone can be a birder. You don’t have to be able to identify the birds you see or keep lists of the rarities you’ve spotted. You don’t need binoculars — or even sight.

A broad definition of birding makes for a more inclusive community. So too, does attention to accessibility needs. McGregor knows this well — she’s a birder with a disability. She’s also an occupational therapist who works with people with blindness and low vision. And she runs a consulting company, Access Birding, that helps train staff and volunteers at nature organizations and public lands to improve access and inclusion for birders with disabilities.

“Disability is remarkably often left out of the conversation when talking about equity, diversity and inclusion in the outdoors — and in general,” she says. “Which is bizarre when you think about the fact that 1 in 4 Americans has a disability. It’s the only minority you can join at any time.” An estimated 5% of Americans experience short-term disability each year, and the rates of vision, cognitive and mobility disabilities rise as lifespans increase.

The Revelator spoke with McGregor about the joys of birding, what land managers can do to make birding more accessible and why we all benefit from inclusivity.

What is it that you enjoy about birding?

I grew up in Australia. My parents were birders, so I’ve had binoculars in my hand since I was a little kid. But then I was a teenager and it wasn’t really cool to be doing the things your parents enjoyed doing. So I was defiantly not a birder for most of my life.

Then I fell in love with an American and moved to the United States, and suddenly there were all these birds around that I didn’t just know what they were. I discovered that woodpeckers and hummingbirds are real. These are two families of birds we don’t have in Australia. My mind was blown. The transformation from not-a-birder to a birder was pretty quick after that.

I like wondering who is around, what birds are out and about today. I’m a military spouse, so I’ve lived in four states so far and there’s different birds in different places.

I love that birds can be the prompt to explore new places. Wondering what birds are out there can be a reason to broaden your horizons. For some folks that’s a new park or a new state or a new country. But it also could just be a trail in the neighborhood that you’ve never wandered down or that nice little patch of woods that you’ve just never checked out before.

Birds are an excuse to get outside and be out in nature. There are so many benefits to spending time in nature, including therapeutic ones, which I’m particularly interested in as an occupational therapist.

Freya McGregor. Photo: Patrick Oaks

There are 45 million birders in the United States and a lot of folks go birding in community — in groups, as part of local bird outings and Audubon chapters. You can meet people and make friends.

How do we make it more accessible for people with disabilities?

Disability is so diverse and different folks with different disabilities have different access needs, but [for many] things like trail surface is important. Dirt trails that can get muddy are challenging to navigate. Getting stuck in gravel, grass and sandy trails isn’t super fun if you’re using a mobility device like a wheelchair or crutches or if you have balance issues.

Things like benches are also important. There are so many different people who need benches to have a rest. Every bench you add makes a difference.

There are also bird blinds — buildings that you go into and look at birds through windows that maybe are only at the height of standing people. So we need to have windows that are lower down for folks who are seated or folks who use wheelchairs. With observation platforms, hopefully there’s a ramp, not just stairs.

The safety barrier that’s trying to help you not fall off the edge is a good thing, but sometimes that top railing is really thick and if you’re in a wheelchair or a scooter there’s this five-inch piece of wood at your eye line. That’s a totally unnecessary barrier because there are all kinds of ways to design safety barriers that still keep visitors safe but don’t need to create such a big visual obstruction.

Maintenance is another really big one. Just because you build a really wonderfully accessible birding location, it won’t stay that way. Nature happens — trees fall and shrubs grow and start encroaching on the trail widths and potholes develop. If you’re not maintaining the area, it’s not going to stay as accessible as it could be.

There are all kinds of different access features of birding locations that can be really supportive or can create barriers that often they just don’t need to be there. It’s not that the land managers are trying to exclude folks, they often just didn’t think about it, which is a real shame.

Learning from the disability community is also important. Anytime you’re trying to serve a particular group of folks, you need to be learning from them because they’re the experts in what they need, not you.

What’s the best way to find out about whether a birding location is accessible?

The biggest thing is for nature preserves [or other public lands] to describe on their websites the access features that are present and to provide trail descriptions for all trails — not just the ones that they think are accessible. Share that information so people can make informed decisions about where they want to go. Is it worth driving two hours or is that observation blind steps-only and I can’t get in after all?

Tell me about every trail because everyone has different access needs. I have a dodgy knee, but I can do some slopes if my knee is doing well that day.

A state park might say on its website that a trail is “easy,” but what does that mean? Easy for whom? Are there benches? How many are there? What’s the surface? What’s the trail width? Are there any steep slopes?

Birdability is a nonprofit that I cofounded two years ago, and with National Audubon Society, we created the Birdability map to provide information about the accessibility of birding locations. Anyone can access it and find out that information ahead of time or submit a site review to the map of somewhere they visited.

Different adaptive sports or adaptive outdoor groups sometimes have this kind of information on their website too, although it’s often more local in scope.

I’m also working on a bird travel book. It’s the first one by a disabled birder for disabled birders and I’m writing about the physical accessibility of locations across North America.

I hope that will be a really helpful resource for disabled birders to find places that they should be able to be confident that they can visit with success and have a great experience. I hope it will also prompt other bird travel guide authors to consider this kind of information when they’re writing their books.

Floor-to-ceiling windows of the accessible observation building at Wheeler National Wildlife Refuge in Alabama. Photo: Freya McGregor

Who can be a birder?

Anyone. There are so many different ways to enjoy birds and birding. Any way you do it is valid, and you don’t have to do it in a particular way.

We can keep lists, or we don’t have to keep lists. We might enjoy the birds at our feeders. We might travel for birds. We might bird by car. We might bird through our computer by looking at nest cams and feeder cams because maybe you have chronic illness and can’t get out and go hike a trail. You can enjoy birds virtually.

You don’t even need binoculars. They’re helpful, but some people can’t use binoculars. They can’t hold them up. They’re too heavy. They don’t have upper limb strength or stability. They’re expensive, too. Not everyone can afford binoculars.

You don’t even need to see. My clinical background as an occupational therapist is in blindness and low vision services. And bird watching is only one way to enjoy wild birds because birds make sounds. And bird listening is just as valid as bird watching. Lots of folks who are fully sighted bird by ear just as much as birding by sight.

It’s really easy to make this hobby more inclusive and accessible. We just have to start thinking about what we’re actually trying to do and who we’re trying to serve.

What do we gain by more people being able to access nature and go birding?

There are individual benefits. We know that spending time in nature can help decrease feelings of anxiety and combat depression. It can also increase our attentional capacity, which is how much brain space you have to focus on something. We know that listening to bird songs can help improve people’s moods.

Even just seeing a tree out a window has therapeutic benefits. There’s research with women going through chemotherapy for breast cancer and sitting for 10 minutes on a bench in a garden helped improve their attentional capacity during treatment.

You don’t have to hike a mountain for five days. You just need little bits of nature. This is equity — everybody should be able to access those health and wellness benefits whether you have a disability or not. It should be a fundamental human right.

There are also community benefits, too. Birding can be a way to find a local community group to tap into and get social support.

The other really big reason to make nature and birding more accessible is that the more people who we can convince that birds are awesome and nature is cool, the more people they’ll be who can take action to help protect it. And the more people who are doing that, the better off we’re going to be on a planet that really needs as many people as possible helping care for it and act on behalf of it.

Get more from The Revelator. Subscribe to our newsletter, or follow us on Facebook and Twitter.

Previously in The Revelator:

These Books Are for the Birds (and Bugs)

The post Birding for All: How to Make Enjoying Birds More Accessible appeared first on The Revelator.

Categories: H. Green News

Ενεργειακή κρίση: Διατηρώντας το κόστος ζωής χαμηλό προστατεύοντας παράλληλα το κλίμα

Green European Journal - Thu, 01/05/2023 - 04:55

Με τον πληθωρισμό να αυξάνεται και την ενεργειακή ασφάλεια υπό απειλή, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις αντιμετωπίζουν την τέλεια καταιγίδα καθώς επιδιώκουν να εξισορροπήσουν το κόστος ζωής, τον πόλεμο στην Ουκρανία και τους κλιματικούς στόχους. Ο κίνδυνος είναι μήπως οι κυβερνήσεις εγκαταλείψουν τη σοβαρή ρηξικέλευθη κλιματική πολιτική και επιλέξουν βραχυπρόθεσμα συστήματα αποζημίωσης ενώ προσπαθούν να μειώσουν τις τιμές της ενέργειας. Αυτό παραβλέπει ότι μια επιτυχημένη ενεργειακή μετάβαση απαιτεί υψηλές τιμές ορυκτών καυσίμων. Ο Ιγκόρ Ματουτίνοβιτς (Igor Matutinović) υποστηρίζει την άμεση κρατική ενίσχυση για το κόστος θέρμανσης, ψύξης και διατροφής ως έναν τρόπο οι κυβερνήσεις να προστατεύσουν τα νοικοκυριά, χωρίς να θυσιάζεται η μετατόπιση σε μια πιο πράσινη οικονομία. 

Η Ευρωπαϊκή Ένωση βιώνει έναν άνευ προηγουμένου συνδυασμό απότομης αύξησης των τιμών και κινδύνων για την ενεργειακή ασφάλεια. Ενώ οι τιμές του πετρελαίου κατέρρευσαν τους πρώτους μήνες της πανδημίας το 2020, αυξάνονται σταθερά από τον Απρίλιο του 2020, ως συνέπεια των περικοπών της παραγωγής από τον Οργανισμό Εξαγωγών Πετρελαιοπαραγωγών Χωρών (ΟΠΕΚ), και της, από τον Μάρτιο του 2021, αισιοδοξίας σχετικά με το τέλος της πανδημίας. Οι τιμές του φυσικού αερίου ακολούθησαν το παράδειγμά τους. 

Η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία προκάλεσε την τέλεια καταιγίδα και ώθησε τις τιμές των ορυκτών καυσίμων ακόμη υψηλότερα, ειδικά στην Ευρώπη. Οι απότομες αυξήσεις στις τιμές του πετρελαίου εξαπλώθηκαν σε όλους τους οικονομικούς τομείς, ενώ η αύξηση της τιμής του φυσικού αερίου χτύπησε ιδιαίτερα σκληρά την παραγωγή τροφίμων. Οι τιμές της βενζίνης στην Ε.Ε. αυξήθηκαν περισσότερο από 50 τοις εκατό από το 2021 ανεβάζοντας στα ύψη τα προσωπικά και επαγγελματικά κόστη μεταφοράς. Οι μέσοι, από Ιούνιο σε Ιούνιο, οικιακοί λογαριασμοί ηλεκτρισμού σημείωσαν αύξηση κατά 42 τοις εκατό, ενώ οι λογαριασμοί αερίου αυξήθηκαν εντυπωσιακά κατά 83 τοις εκατό. Συνολικά, ο πληθωρισμός στην Ευρωζώνη έτρεχε με τιμή ρεκόρ 8,6 τοις εκατό τον Ιούνιο. 

Η Ρωσία αποτελεί σημαντικό προμηθευτή πετρελαίου και φυσικού αερίου στην Ε.Ε. Το 2021, η Ευρωπαϊκή Ένωση εισήγαγε 155 δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα φυσικού αερίου από τη Ρωσία, που αντιπροσωπεύει περίπου το 45 τοις εκατό των εισαγωγών αερίου στην Ε.Ε και σχεδόν το 40 τοις εκατό της συνολικής κατανάλωσης αερίου. Πριν από την κρίση στην Ουκρανία, η Ρωσία προμήθευε περισσότερο από το ένα τέταρτο του πετρελαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αυτές οι προμήθειες πλέον βρίσκονται υπό διπλή πίεση, τόσο από τις κυρώσεις της Ε.Ε. όσο και από τα πιθανά ρωσικά αντίποινα στις προμήθειες. Το NATO (Οργανισμός Βορειοατλαντικού Συμφώνου) έχει εκτιμήσει ότι η σύγκρουση Ρωσίας-Ουκρανίας μπορεί να διαρκέσει αρκετά χρόνια. 

Η απεξάρτηση από τις προμήθειες ρωσικών ορυκτών καυσίμων και η ταυτόχρονη διασφάλιση μιας ανεμπόδιστης ροής ενέργειας αντιπροσωπεύει μια σημαντική στρατηγική πρόκληση για την ενεργειακή ασφάλεια της Ε.Ε. Ως προσωρινή απάντηση, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρουσίασε το σχέδιο REPowerEU, το οποίο έχει στόχο τη σταδιακή εξάλειψη όλων των ρωσικών ορυκτών καυσίμων έως το 2027. Βραχυπρόθεσμα, ωστόσο, υπάρχει ο κίνδυνος να χρησιμοποιηθεί ο άνθρακας ως βραχυπρόθεσμο υποκατάστατο του ρωσικού αερίου. Ό,τι κι αν συμβεί, η πίεση στις τιμές του αερίου και του ηλεκτρισμού πιθανότατα θα παραμείνουν υψηλές στην Ε.Ε., ακόμη κι αν οι τιμές στο παγκόσμιο εμπόριο αρχίζουν να πέφτουν (όπως δείχνουν οι αποκλίνουσες πορείες των τιμών του αερίου στις Η.Π.Α. και στην Ε.Ε.).1 

Οι εθνικές κυβερνήσεις έχουν παρέμβει στην ενεργειακή αγορά με διάφορα μέτρα, όπως με περικοπές της ενεργειακής φορολογίας, χρηματικές ενισχύσεις των νοικοκυριών, επιδοτήσεις στους λογαριασμούς ενέργειας και αερίου, και με έναν έκτακτο φόρο στα ενεργειακά κέρδη. Η επιβολή ανώτατων τιμών στη βενζίνη ή η ελάττωση των φόρων καυσίμου ήταν έναν ευρέως διαδεδομένο μέτρο για την τεχνητή μείωση του κόστους στην αντλία. Ωστόσο, ορισμένες χώρες, όπως η Γερμανία, η Ιρλανδία, και η Γαλλία ακολούθησαν μια πιο διορατική πολιτική μειώνοντας τις τιμές των μέσων μεταφοράς ώστε να τα κάνουν ελκυστικά. 

Σε μια οικονομία της αγοράς, εξ’ ορισμού, οι υψηλές τιμές των ορυκτών καυσίμων αποτελούν τους κύριους φορείς για αλλαγή χρήσης της ενέργειας και απεξάρτηση από τον άνθρακα.

Για να επιβραδύνει γενικότερα τον πληθωρισμό, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα έθεσε τέλος στην αγορά καθαρών στοιχείων ενεργητικού την 1η Ιουλίου, και αύξησε τα τρία βασικά επιτόκιά της κατά 50 σημεία βάσης από 0,5 τοις εκατό σε 0 τοις εκατό, την 21η Ιουλίου. Υπό τις παρούσες συνθήκες, αυτή η κλασική, τυπική προσέγγιση μπορεί να βλάψει παρά να ωφελήσει την οικονομία και την κοινωνία. 

Τι είναι αυτό που διακρίνει αυτήν την άνοδο στις τιμές της ενέργειας και την πληθωριστική πίεση από παρόμοια γεγονότα του παρελθόντος; Ανεξάρτητα από την απεξάρτηση από τα ρωσικά ορυκτά καύσιμα, φαίνεται ότι κύριο μέλημα των φορέων χάραξης πολιτικής είναι να ξεπεράσουν αυτήν τη μεταβατική περίοδο υψηλών τιμών μέχρι αυτές να σταθεροποιηθούν, έτσι ώστε να επιστρέψουν στον πρωταρχικό καθήκον τους για την προώθηση της οικονομικής ανάπτυξης, πράσινης ή άλλης. Αλλά πέρα από τις βραχυπρόθεσμες θεραπείες, προβάλλει ένα μεγάλο ερώτημα: θα μπορούσε αυτή η ενεργειακή κρίση να αποτελέσει μια ευκαιρία για την επιτάχυνση της ενεργειακή μετάβασης της Ε.Ε. και άρα και για τη μείωση του κινδύνου παραβίασης του ορίου αύξησης της θερμοκρασίας κατά 1,5 βαθμούς Κελσίου; 

Οι απεξαρτημένες από τον άνθρακα οικονομίες απαιτούν υψηλές και σταθερές τιμές ορυκτών καυσίμων 

Στο φόντο αυτής της αύξησης των τιμών των ορυκτών καυσίμων βρίσκεται η κλιματική κρίση και οι διεθνείς δεσμεύσεις για τη μείωση των εκπομπών ερίων του θερμοκηπίου. Σύμφωνα με τα σενάρια της τελευταίας έκθεσης της IPCC (Διακυβερνητικής Επιτροπής για την Αλλαγή του Κλίματος), ο περιορισμός της αύξησης της θερμοκρασίας κατά 1,5 βαθμούς Κελσίου απαιτεί οι εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου να κορυφωθούν το αργότερο το 2025 και να ελαττωθούν κατά 43 τοις εκατό έως το 2030. Η Ε.Ε. δεσμεύτηκε για την επίτευξη κλιματικής ουδετερότητες το 2050 και υιοθέτησε τον στόχο μείωσης των καθαρών εκπομπών κατά 55 τοις εκατό έως το 2030. Το παράθυρο ευκαιρίας για αποφυγή της παραβίασης του ορίου των 1,5 βαθμών κλείνει σύντομα – δεν διαθέτουμε περισσότερα από οκτώ χρόνια για να σταματήσουμε τη μη αντιστρεπτή βλάβη από την κλιματική αλλαγή. 

Η ενεργειακή μετάβαση δεν μπορεί να λειτουργήσει με χαμηλές τιμές ορυκτών καυσίμων και χωρίς σημαντικές μεταβολές στη συμπεριφορά των πολιτών, των επιχειρήσεων, και του κράτους. Σε μια οικονομία της αγοράς, εξ’ ορισμού, οι υψηλές τιμές των ορυκτών καυσίμων αποτελούν τους κύριους φορείς για αλλαγή χρήσης της ενέργειας και απεξάρτηση από τον άνθρακα. Σε αυτό το πλαίσιο, οι πολιτικές προσπάθειες για την αποτροπή των αυξήσεων στις τιμές των ορυκτών καυσίμων είναι άστοχες και αντιπαραγωγικές. 

Εάν η λογική της λειτουργίας της αγοράς είναι σωστή, οι επίμονα υψηλές τιμές των ορυκτών καυσίμων πιθανότατα θα οδηγήσει τις μεταφορές και τη μεταποίηση προς την ενεργειακή απόδοση και την απεξάρτηση από τον άνθρακα, αυξάνοντας τη ζήτηση για ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Ομοίως, οι καταναλωτές θα άρχιζαν να αναζητούν προσιτές αλλά εξαιρετικά αποδοτικές δημόσιες συγκοινωνίες και, υπό την πίεση των τιμών, θα επέλεγαν λιγότερο ενεργοβόρους τρόπους ζωής. Οι υψηλές και σταθερές τιμές των ορυκτών καυσίμων είναι επίσης απαραίτητες για τις επιχειρήσεις που επιθυμούν να θεσπίσουν μακροπρόθεσμες στρατηγικές για τη μείωση των εκπομπών και του ενεργειακού περιεχομένου των προϊόντων και των υπηρεσιών τους. Όλες αυτές οι αλλαγές θα δημιουργούσαν έναν θετικό κύκλο ανατροφοδότησης αλλαγών μεταξύ της βιομηχανίας και των καταναλωτών, ο οποίος τελικά θα μεταμόρφωσε την οικονομία και την κοινωνία. 

Συνεπώς, οι κυβερνήσεις της Ε.Ε. δεν θα πρέπει να ασχολούνται με τη μείωση της τιμής των ορυκτών καυσίμων, αλλά με την αποτροπή της εκ νέου πτώσης των τιμών σε επίπεδα που δίνουν το μήνυμα στο μήνυμα στη βιομηχανία και στους καταναλωτές ότι δεν χρειάζονται αλλαγές συμπεριφοράς. Ο μακροπρόθεσμος στόχος της πολιτικής θα πρέπει να είναι η εξασφάλιση ενός βαθμού σταθερότητας σήματος τιμής, που είναι απαραίτητη για να αποκτήσουν δυναμική οι προσαρμοστικές διαδικασίες στην οικονομία. 

Αφήστε τις τιμές των ορυκτών καυσίμων να εκτιναχθούν 

Είναι, επομένως, απαραίτητο να δούμε πέρα​από τα άμεσα προβλήματα που θέτει η τρέχουσα ενεργειακή κρίση και ο πληθωρισμός και να αναζητήσουμε μια αντιστοιχία μεταξύ βραχυπρόθεσμων και μακροπρόθεσμων στόχων και πολιτικών. Στο άμεσο μέλλον, οι τιμές των ορυκτών καυσίμων θα πρέπει να αφεθούν στην αγορά, ενώ οι κυβερνητικές πολιτικές θα πρέπει να επικεντρωθούν στις αρνητικές συνέπειες του πληθωρισμού που προκαλείται από την ενέργεια στα νοικοκυριά. 

Η κυβέρνηση θα πρέπει να αποζημιώνει τα νοικοκυριά για το επιπλέον κόστος ζωής, αλλά να μην παρεμβαίνει στο κόστος μετακίνησης με ατομικά μέσα που μεταφοράς που βασίζονται στα ορυκτά καύσιμα. Οποιαδήποτε αύξηση των τιμών της ενέργειας εξαπλώνεται επίσης άνισα σε όλα τα προϊόντα και τις υπηρεσίες. Η αντιπληθωριστική πολιτική πρέπει συνεπώς να καθορίζει ποιες πτυχές του βιοτικού επιπέδου του πληθυσμού επιθυμεί να προστατεύσει. Το κόστος θέρμανσης, ψύξης και διατροφής αποτελούν τα βασικά στοιχεία του υλικού βιοτικού επιπέδου που θα πρέπει να εξασφαλίσει το κράτος. Ενώ μέχρι τώρα είχαμε την τάση να βλέπουμε αυθαίρετες χρηματικές ενισχύσεις, τα συστήματα αποζημίωσης που βασίζονται στις πραγματικές ενεργειακές απαιτήσεις των νοικοκυριών θα αποτελούσαν πιο αποτελεσματικές απαντήσεις. 

Το εθνικό κόστος θέρμανσης για τα νοικοκυριά μπορεί να υπολογιστεί από τη μηνιαία κατανάλωση φυσικού αερίου που απαιτείται για τη θέρμανση ενός μέσου χρήσιμου χώρου κατοικίας σε θερμοκρασία, για παράδειγμα, 21 βαθμών Κελσίου, υπολογιζόμενη με βάση τον πενταετή μέσο όρο των εξωτερικών θερμοκρασιών στους μήνες που συνήθως απαιτούν θέρμανση. Με τον ίδιο τρόπο, μπορεί κανείς να υπολογίσει την κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας που ψύχει τον ίδιο χώρο, για παράδειγμα, στους 26 βαθμούς Κελσίου τους καλοκαιρινούς μήνες. Οι τιμές του φυσικού αερίου στην Ευρώπη ξεκίνησαν την εκθετική τους ανάπτυξη τον Σεπτέμβριο του 2021 και εναπόκειται στους φορείς χάραξης πολιτικής να αποφασίσουν ποιες από τις αυξήσεις που σημειώθηκαν στο κόστος θέρμανσης πληρούν ήδη τις προϋποθέσεις για αποζημίωση. Αφού καθοριστεί μια βασική τιμή, το κράτος θα αποζημιώσει το 80% της αύξησης του κόστους θέρμανσης/ψύξης για τον μέσο χώρο κατοικίας. Ο λόγος της ελλιπούς κάλυψης του κόστους έγκειται στην υποκίνηση των νοικοκυριών να εξορθολογήσουν την ενεργειακή τους κατανάλωση και να επενδύσουν στην ενεργειακή απόδοση των κατοικιών. 

Για τον υπολογισμό της αποζημίωσης για το επιπλέον κόστος διατροφής, η κυβέρνηση μπορεί να χρησιμοποιήσει εθνικές τιμές για το καλάθι τροφίμων που να αναφέρονται στον «μηνιαίο προϋπολογισμό που απαιτείται για επαρκή πρόσληψη τροφής από τρία νοικοκυριά αναφοράς (αποτελούμενα από παιδιά και άτομα του ενεργού πληθυσμού, με καλή υγεία, χωρίς αναπηρίες και που ζουν στην πρωτεύουσα).» Ξεκινώντας από μια βασική τιμή, οι εθνικές κυβερνήσεις θα αντιστάθμιζαν πλήρως τις αυξήσεις στα ειδικά καλάθια τροφίμων τους. 

Το επιπλέον μηνιαίο κόστος θέρμανσης/ψύξης και διατροφής θα μπορούσε να αντισταθμιστεί με έκπτωση φόρου στο ατομικό εισόδημα των εργαζομένων κι ένα έκτακτο συμπλήρωμα σύνταξης για τους συνταξιούχους. Ένας πολίτης θα πληρούσε τις προϋποθέσεις για έκπτωση φόρου προσκομίζοντας πιστοποιητικό ιδιοκτησίας ακινήτου ή συμφωνητικό ενοικίασης στην εφορία. Όσον αφορά τις εκπτώσεις φόρου για τα τρόφιμα, αυτές θα εφαρμόζονται αυτόματα σε όλους τους φορολογούμενους και θα περιλαμβάνουν επιπλέον επίδομα για τα παιδιά. Οι υπολογισμοί του κόστους και των πληρωμών γίνονται σε μηνιαία ή τριμηνιαία βάση, ανάλογα με τις τεχνικές και διοικητικές δυνατότητες του κράτους. Εάν μια κυβέρνηση επέλεγε ένα καθολικό σύστημα αποζημίωσης, η κοινωνική δικαιοσύνη θα ενσωματωνόταν εν μέρει μέσω των διαφορών στο πραγματικό κόστος θέρμανσης σε σύγκριση με τον μέσο όρο του χώρου κατοικίας αναφοράς. Αν υποτεθεί ότι τα πλουσιότερα νοικοκυριά έχουν μεγαλύτερες από τον μέσο όρο κατοικίες και τα φτωχότερα μικρότερες, τα πλουσιότερα νοικοκυριά θα λάμβαναν μικρότερη αποζημίωση, ενώ τα φτωχότερα θα λάμβαναν μεγαλύτερη αποζημίωση από το πραγματικό τους κόστος. 

Εάν η Ε.Ε. επιθυμεί να διαχειριστεί αποτελεσματικά μια γρήγορη ενεργειακή μετάβαση, πρέπει να εξασφαλίσει ένα σωστό μήνυμα για την τιμή των ορυκτών καυσίμων στην αγορά.

Επισημαίνεται ότι αντίθετα από τις μειώσεις του ΦΠΑ ή την αύξηση του κατώτατου ορίου για τον φόρο εισοδήματος, η εν λόγω πολιτική είναι ουδέτερη όσον αφορά τα έσοδα του προϋπολογισμού και η αποζημίωση προς τις οικογένειες δεν είναι αυθαίρετη, αλλά εξαρτάται από τον πληθωρισμό και βασίζεται σε πραγματικές αξίες. Ωστόσο, θα συνεπαγόταν αύξηση των κρατικών δαπανών, ουσιαστικά και σε παρατεταμένη βάση – όπως θα δούμε παρακάτω. 

Διατηρώντας τις τιμές των ορυκτών καυσίμων σε υψηλά επίπεδα στη μεταβατική εποχή 

Αυτή η βραχυπρόθεσμη πολιτική αποζημιώσεων πρέπει να τοποθετηθεί στο μακροπρόθεσμο πλαίσιο του κλίματος και να συμπληρωθεί με μέτρα που λαμβάνουν υπόψη την ανάγκη για ταχεία απεξάρτηση από τον άνθρακα και ενεργειακή μετάβαση. 

Εάν η Ε.Ε. επιθυμεί να διαχειριστεί αποτελεσματικά μια γρήγορη ενεργειακή μετάβαση, πρέπει να εξασφαλίσει ένα σωστό μήνυμα για την τιμή των ορυκτών καυσίμων στην αγορά. Το ουσιαστικό βήμα προς αυτή την κατεύθυνση είναι η απόσυρση των επιδοτήσεων από τη βιομηχανία ορυκτών καυσίμων. Οι χώρες της Ε.Ε. δαπάνησαν 56 δισεκατομμύρια ευρώ στις επιδοτήσεις ορυκτών καυσίμων το 2019, με 15 κράτη να δαπανούν περισσότερα για ορυκτά καύσιμα παρά για πράσινη ενέργεια. Η κατάργηση των επιδοτήσεων στα ορυκτά καύσιμα θα αποκάλυπτε το πραγματικό κόστος παραγωγής πετρελαίου, άνθρακα και φυσικού αερίου και πιθανότατα θα μείωνε τις κερδοσκοπίες και την αστάθεια των τιμών στις ενεργειακές αγορές. 

Στο επόμενο βήμα, η Ευρωπαϊκή Ένωση θα πρέπει να εφαρμόσει έναν κοινό φόρο άνθρακα αντί της τρέχουσας ποικιλίας φόρων που διαστρεβλώνουν τους ίσους όρους ανταγωνισμού. Ο φόρος άνθρακα θα μπορούσε να αυξηθεί κατά τη διάρκεια της δεκαετίας, αφού προηγουμένως ανακοινωθεί η ετήσια δυναμική, μέχρι ένα μέγιστο ποσοστό, το οποίο καθιερώνεται ως ισχυρό κίνητρο για τη βιομηχανία ώστε να εισαγάγει τεχνολογικές προσαρμογές και για τα νοικοκυριά να αλλάξουν τη χρήση ενέργειας και τις συνήθειες μεταφοράς. Με αυτόν τον τρόπο, οι τιμές των ορυκτών καυσίμων θα διατηρούνταν μόνιμα υψηλές και θα αυξάνονταν με προβλέψιμη δυναμική, ενώ ταυτόχρονα θα αποφεύγονταν η αντιπαραγωγική αστάθεια των τιμών και προς τις δύο κατευθύνσεις. Προκειμένου να αποφευχθεί η «διαρροή άνθρακα» ή ο αθέμιτος ανταγωνισμός από χώρες με χαμηλά πρότυπα εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, η Ε.Ε. έχει ήδη υιοθετήσει τον Συνοριακό Μηχανισμό Προσαρμογής Άνθρακα που ορίζει μια τιμή άνθρακα στις εισαγωγές προϊόντων στοχευμένης επιλογής, η οποία στο μέλλον μπορεί να επεκταθεί ώστε να περιλαμβάνει όλα τα βιομηχανικά προϊόντα. 

Δυστυχώς, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έλαβε την αντίθετη απόφαση στις 8 Ιουνίου, και απέρριψε σχέδια για τροποποίηση του Συστήματος Εμπορίας Εκπομπών της Ε.Ε. για συμπερίληψη του άνθρακα από μεταφορές και τις κατασκευές. Οι προτάσεις θα αφαιρούσαν επίσης τις τρέχουσες εξαιρέσεις στο σύστημα εμπορίας άνθρακα για την ευρωπαϊκή βιομηχανία. Μια άλλη αλλαγή θα είχε εισαγάγει ένα ταμείο κοινωνικού κλίματος ώστε τα νοικοκυριά χαμηλού εισοδήματος να βοηθηθούν στην πληρωμή βελτιώσεων στην ενεργειακή απόδοση. 

Ένα τέτοιο ταμείο είναι απαραίτητο, αφού η φορολογία του άνθρακα είναι επιβαρυντική και επηρεάζει τους κατοίκους της μεσαίας τάξης των προαστίων δυσανάλογα συγκριτικά με τους εύπορους κατοίκους των μητροπολιτικών κέντρων. Όσο αυξάνεται ο φόρος άνθρακα, οι επιπτώσεις του στα ευάλωτα στρώματα του πληθυσμού μπορεί να αποδειχθούν πολιτικά αφόρητες. Με τις επίμονα υψηλές τιμές των ορυκτών καυσίμων, το κόστος διατροφής είναι βέβαιο ότι θα αυξάνεται έως ότου οι τομείς των μεταφορών και της γεωργίας απελευθερωθούν σε μεγάλο βαθμό. Η ενεργειακή φτώχεια πλήττει ήδη από 50 έως 125 εκατομμύρια ανθρώπους σε όλη την Ευρώπη, και ένας φόρος άνθρακα θα αύξανε σημαντικά αυτούς τους αριθμούς. 

Επομένως, ο φόρος άνθρακα πρέπει να συνοδεύεται από κατάλληλα προνοιακά μέτρα. Εδώ η πολιτική που έχει σχεδιαστεί βραχυπρόθεσμα – αποζημίωση των νοικοκυριών για το επιπλέον κόστος ζωής υπό το σοκ των τιμών της ενέργειας – μεταφέρεται συστημικά σε ένα σχέδιο κοινωνικής προστασίας κατά την πιο εκτεταμένη ενεργειακή μεταβατική περίοδο. Αυτό το σύστημα θα πρέπει πάντα να περιλαμβάνει μείωση των τιμών στα μέσα μαζικής μεταφοράς στο ελάχιστο, παρέχοντας παράλληλα μια πολύ ευρύτερη και πιο αποτελεσματική υπηρεσία, σε σύγκριση με το παρόν. Η διαδικασία της ενεργειακής μετάβασης περιλαμβάνει τη μετάβαση από τα ατομικά μέσα μεταφοράς στις μαζικές δημόσιες συγκοινωνίες, αστικές και υπεραστικές. Για τον σκοπό αυτό, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα θα πρέπει να εξασφαλίσει κεφάλαια για επενδύσεις που είναι απαραίτητες για τη μεταμόρφωση των τρεχουσών, βασισμένων στο πετρέλαιο υποδομών ατομικών μεταφορών, για όλα τα μέλη της Ε.Ε. Είναι μάλλον παράλογο να περιμένουμε ότι περίπου 249 εκατομμύρια αυτοκίνητα στην Ε.Ε. θα αντικατασταθούν με ηλεκτρικά οχήματα. Θα ήταν μια τεράστια σπατάλη πόρων, ενέργειας και πρώτων υλών όπως το κοβάλτιο, το λίθιο και τα στοιχεία σπάνιων γαιών. Οι πόλεις μας και τα δίκτυα υπεραστικών μεταφορών θα πρέπει τότε να προσαρμοστούν στις ανάγκες των μαζικών δημόσιων συγκοινωνιών, οι οποίες θα απαιτήσουν σημαντικές επενδύσεις για μια μεγάλο χρονική περίοδο. 

Τελικά, τα έσοδα από υπάρχοντες ή νεοεισαχθέντες ενεργειακούς φόρους και πολιτικές τιμολόγησης άνθρακα θα ελαττωθούν, φτάνοντας στο μηδέν, λόγω της διάβρωσης της φορολογικής βάσης καθώς οι πολιτικές λειτουργούν αποτελεσματικά. Αυτό απαιτεί αναθεώρηση ολόκληρου του φορολογικού συστήματος και τη σταδιακή εισαγωγή της οικολογικής φορολογικής μεταρρύθμισης, η οποία έχει ως στόχο «να μετατοπίσει το βάρος της φορολογίας από τις παραγωγικές δραστηριότητες στους ρύπους». Με την πάροδο του χρόνου, η οικολογική φορολογική μεταρρύθμιση θα επεκταθεί στη χρήση ενέργειας και στο υλικό περιεχόμενο προϊόντων και υπηρεσιών αντί της εργασίας, ωθώντας έτσι την ενεργειακή και υλική απόδοση στην πρώτη γραμμή του επιχειρηματικού ενδιαφέροντος και προωθώντας την πλήρη απασχόληση. 

Ο ρόλος του επιχειρηματικού τομέα στην ενεργειακή μετάβαση 

Ποιος θα πρέπει να είναι ο ρόλος των επιχειρήσεων σε αυτήν τη μετάβαση; Οι επιχειρήσεις μπορούν να διατηρούν το δικαίωμα να λειτουργούν ικανοποιώντας κοινωνικές απαιτήσεις. Περιμένουμε από αυτές να υπηρετούν την κοινωνία και όχι το αντίστροφο. Ο νομπελίστας Τζόζεφ Ε. Στίγκλιτς (Joseph E. Stiglitz) δήλωσε ότι «ένας από τους κύριους λόγους για τους οποίους το περιβάλλον μας βρίσκεται σε τόσο επισφαλή κατάσταση είναι ότι οι εταιρείες δεν έχουν, από μόνες τους, ανταποκριθεί στις κοινωνικές τους ευθύνες. Το 2019, μόνο το 15 τοις εκατό από τις 500 κορυφαίες εταιρείες του κόσμου σύμφωνα με τη χρηματιστηριακή τους αξίας ευθυγραμμίζονταν με τους στόχους της Συμφωνίας του Παρισιού. Επομένως, το επιχείρημα του Στίγκλιτς ότι «χωρίς αποτελεσματικούς κανονισμούς και πραγματικό τίμημα για τη ρύπανση, δεν υπάρχει κανένας λόγος να πιστεύουμε ότι (οι επιχειρήσεις) θα συμπεριφέρονται διαφορετικά από ό,τι συμπεριφέρονταν μέχρι τώρα» ευθυγραμμίζεται με την πολιτική εισαγωγής φόρου άνθρακα και καθορισμού πραγματικής τιμής για τα ορυκτά καύσιμα. Η κοινωνία χρειάζεται έναν επιχειρηματικό τομέα προσανατολισμένο στο πλαίσιο μιας καθοδηγούμενης από την κυβέρνηση «οικονομίας της αποστολής», που πληρώνει το δίκαιο μερίδιο των φόρων που του αναλογεί. Δεν χρειαζόμαστε επιχειρηματίες αξίας δισεκατομμυρίων δολαρίων που επενδύουν σε ιδιωτικά διαστημικά προγράμματα – υπάρχουν πιο επείγουσες προτεραιότητες στη Γη. 

Η κοινωνία χρειάζεται επιχειρήσεις που κατανοούν την κλιματική κρίση και είναι πρόθυμες να συνεισφέρουν προληπτικά στην εξεύρεση λύσεων, όπως αυτές που συγκεντρώνονται κάτω από την ομπρέλα του Παγκόσμιου Επιχειρηματικού Συμβουλίου για τη Βιώσιμη Ανάπτυξη. Μπορούν να συμμετάσχουν σε κυβερνητικά προγράμματα για το κλίμα και την ενέργεια και να επωφελούνται από την άμεση χρηματοδότηση. Χρειαζόμαστε τον επιχειρηματικό τομέα, αλλά η κυβέρνηση θα πρέπει να ευνοήσει εκείνους τους παράγοντες που είναι έτοιμοι και πρόθυμοι να παίξουν στον μετα-νεοφιλελεύθερο κόσμο. Σύμφωνα με μια πρόσφατη μελέτη του ινστιτούτου ΜακΚίνσεϊ (McKinsey), η ενεργειακή μετάβαση θα μπορούσε να έχει οδηγήσει σε κέρδη περίπου 200 εκατομμυρίων και σε απώλεια περίπου 185 εκατομμυρίων άμεσων και έμμεσων θέσεων εργασίας παγκοσμίως μέχρι το 2050. Η Ε.Ε. θα πρέπει να είναι σε θέση να καλύψει τις καθαρές θέσεις εργασίας που χάνονται μέσω δημόσιων επενδύσεων κι ενός πυκνότερου δικτύου κοινωνικής ασφάλειας. Εξάλλου, η Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία αντιμετωπίζει ήδη αυτό το ζήτημα. 

Παρ’ όλα αυτά, θα ήταν αφελές να περιμένουμε ότι όλες οι επιχειρήσεις θα συνεργαστούν στην ενεργειακή μετάβαση. Για παράδειγμα, πέντε μεγάλες πετρελαϊκές εταιρείες ξόδεψαν 1 δισεκατομμύριο δολάρια για άσκηση παρασκηνιακών πιέσεων για το κλίμα, κατά των κανονισμών που σχετίζονται με τη Συμφωνία του Παρισιού, ενώ οι μεγαλύτερες 60 τράπεζες του κόσμου έχουν παράσχει 3,8 τρισεκατομμύρια δολάρια ως χρηματοδότηση σε εταιρείες ορυκτών καυσίμων από τη συμφωνία του Παρισιού για το κλίμα το 2015. Η εθνικοποίηση των επιχειρήσεων ορυκτών καυσίμων των εταιρειών ενέργειας στην Ε.Ε. θα μπορούσε να αποτελέσει μια πρακτική απάντηση πολιτικής. Θα έθετε υπό άμεσο κρατικό έλεγχο τόσο το κόστος παραγωγής, τις εκπομπές, όσο και τα έσοδα και έτσι θα βοηθούσε στη διαχείριση της ενεργειακής μετάβασης, λειτουργικά και οικονομικά. Στο ίδιο πνεύμα, οι ηγέτες της Ε.Ε. θα πρέπει να θέσουν το ερώτημα, ποια είναι η κοινωνική συνεισφορά των μεγάλων ιδιωτικών τραπεζών γενικά και στην ενεργειακή μετάβαση ειδικότερα; 

Όλα πρέπει να αλλάξουν… 

Η ενεργειακή μετάβαση δεν μοιάζει με τις «δομικές αλλαγές» και τις μεταβάσεις που έχουμε βιώσει παλαιότερα. Όπως το έθεσε η Ντανιέλα Γκάμπορ (Daniela Gabor), έχει τη δυνατότητα να επαναφέρει «τις κυβερνήσεις, μέσω της δημοσιονομικής πολιτικής (φορολόγησης και δαπανών), στη θέση του οδηγού». Η ενεργειακή μετάβαση συνεπάγεται αδιάκοπες δημόσιες επενδύσεις σε υποδομές, τεχνολογία και στο κράτος πρόνοιας για την εξασφάλιση της κοινωνικής σταθερότητας. Αυτό είναι απαραίτητο για έναν τόσο ευρείας κλίμακας και άνευ προηγουμένου κοινωνικοοικονομικό μετασχηματισμό. Τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα και οι κυβερνήσεις θα πρέπει να στραφούν από τους τρέχοντες δημοσιονομικούς περιορισμούς με επίκεντρο τον δείκτη χρέους προς ΑΕΠ σε προϋπολογισμούς με συγκεκριμένη αποστολή που βασίζονται σε νέες ιδέες, όπως η Σύγχρονη Νομισματική Θεωρία και δημιουργούν έναν ενεργό και τολμηρό κυβερνητικό ρόλο. Η κλιματική κρίση δεν μπορεί να προσεγγιστεί με τα παρωχημένα και άτολμα μέσα άσκησης πολιτικής που χαρακτήρισαν την ατυχή νεοφιλελεύθερη περίοδο. 

Η εφαρμογή όλων αυτών των πολιτικών δεν θα είναι εύκολη υπόθεση. Πολλοί άγνωστοι και δυσκολίες βρίσκονται μπροστά μας και εμποδίζουν τη σωστή πρόβλεψη. Οι πολιτικές θα πρέπει να αναθεωρηθούν και να προσαρμοστούν στη διαδικασία της μάθησης και του κοινωνικού διαλόγου. Ποια είναι η εναλλακτική λύση για την Ε.Ε.; Να αφήσει την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα να αυξήσει τα επιτόκια μέχρι η επόμενη ύφεση να μειώσει την τιμή του πετρελαίου στα 30 αμερικανικά δολάρια το βαρέλι και μετά να αρχίσουμε να μιλάμε ξανά για ενεργειακή μετάβαση;2 

Categories: H. Green News

ESG – Texas leads attack on asset managers who act responsibly on climate

Red, Green, and Blue - Thu, 01/05/2023 - 04:00

Executives from two of the world’s biggest asset managers – BlackRock and State Street – as well as proxy advisory firm ISS appeared last month before a state senate committee in Marshall, Texas, to testify on their position on climate in the face of Republican backlash against environmental, social, and governance (ESG) policies. By Ginny […]

The post ESG – Texas leads attack on asset managers who act responsibly on climate appeared first on Red, Green, and Blue.

Categories: H. Green News

Pages

The Fine Print I:

Disclaimer: The views expressed on this site are not the official position of the IWW (or even the IWW’s EUC) unless otherwise indicated and do not necessarily represent the views of anyone but the author’s, nor should it be assumed that any of these authors automatically support the IWW or endorse any of its positions.

Further: the inclusion of a link on our site (other than the link to the main IWW site) does not imply endorsement by or an alliance with the IWW. These sites have been chosen by our members due to their perceived relevance to the IWW EUC and are included here for informational purposes only. If you have any suggestions or comments on any of the links included (or not included) above, please contact us.

The Fine Print II:

Fair Use Notice: The material on this site is provided for educational and informational purposes. It may contain copyrighted material the use of which has not always been specifically authorized by the copyright owner. It is being made available in an effort to advance the understanding of scientific, environmental, economic, social justice and human rights issues etc.

It is believed that this constitutes a 'fair use' of any such copyrighted material as provided for in section 107 of the US Copyright Law. In accordance with Title 17 U.S.C. Section 107, the material on this site is distributed without profit to those who have an interest in using the included information for research and educational purposes. If you wish to use copyrighted material from this site for purposes of your own that go beyond 'fair use', you must obtain permission from the copyright owner. The information on this site does not constitute legal or technical advice.